Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Ο Θοδωρής Ταχταράς σχολιάζει τη δασμολογική περιγραφή των εμπορευμάτων, 13 Αυγούστου 2014


Ο Θοδωρής Ταχταράς σχολιάζει τη δασμολογική περιγραφή των εμπορευμάτων, 13 Αυγούστου 2014


Δημοτική γλώσσα και δασμολόγιο,

Πριν από μερικά χρόνια κάτω από την πίεση του λαού και τους μακρόχρονους αγώνες του, βρήκε τη λύση του το περίφημο γλωσσικό ζήτημα. Η μεγάλη αυτή πληγή που ταλάνισε πολλά χρόνια τη χώρα, έκλεισε με την αναγνώριση της ζωντανής γλώσσας του λαού, σαν επίσημης γλώσσας.
Στη γλώσσα αυτή ο λαός έκφρασε τη χαρά, τη λύπη, τον πόνο. Σ’ αυτό τραγούδησε τους καημούς του. Αυτή τη γλώσσα μεταχειρίστηκαν όλα τα φωτισμένα προοδευτικά μυαλά στην ποίηση, στην πεζογραφία, στο επιστημονικό έργο.

Το γλωσσικό ζήτημα δεν περιορίστηκε απλά μέσα στα πλαίσια μιας καθαρής φιλολογικής διαμάχης, αλλά εξαρχής συνδέθηκε με τη γενικότερη πάλη το λαού για κοινωνική απελευθέρωση.
Η δημοτική, χρόνια κατατρεγμένη από τις δυνάμεις της αντίδρασης της πνευματικής και πολιτικής οπισθοδρόμησης, μπήκε περήφανα και στα σκολειά και στη δημόσια διοίκηση, βάζοντας οριστικά στο περιθώριο τη «νεκρή» ψεύτικη καθαρεύουσα.

Αλλά η επικράτηση της δε φαίνεται νάναι ακόμη ολοκληρωτική. Η νεκρή γλώσσα, οχυρωμένη στα τελευταία οχυρά, αντιστέκεται προκαλώντας. Υπάρχει στην Ακαδημία όπου μιλιέται περίπου σα τη γλώσσα του …… Περικλή. Υπάρχει σε μερικούς τομείς της Δημόσιας διοίκησης, υπάρχει και στο …. Τελωνειακό Δασμολόγιο.
Αφορμή αυτουνού του δημοσιεύματος είναι η τελευταία αυτή διαπίστωση. Η σύνταξη του Δασμολογίου στην καθαρεύουσα  προκαλεί σήμερα αφάνταστες δυσκολίες γραφής κ’ έκφρασης κι οδηγεί σε τραγελαφικές καταστάσεις. Η σύνταξη διασάφησης, η κατάθεση αίτησης ή άλλου έγγραφου που απαιτεί δασμολογική περιγραφή εισαγόμενου είδους πρέπει να γίνει ολόκληρη σε γλώσσα καθαρεύουσα, διαφορετικά παρατηρείται το θλιβερό φαινόμενο της γλωσσικής αταξίας.
Δεν είναι μόνο σύνταξη, αλλά κι οι «άγνωστες λέξεις» που συναντιούνται σε κάθε κεφάλαιο. Έτσι εκτελωνιστές και  τελωνειακοί – μη όντας φιλόλογοι – με τη βοήθεια λεξικού, ανακαλύπτουν έκπληκτοι πράγματα καθημερινής χρήσης να λέγονται: αβάκια, πλαγγόνες, πηλοβατίδες, επώμια και  … ρινόμακτρα.

Πιο πάνω αναφέρθηκε η αφορμή αυτουνού του δημοσιεύματος. Ο σκοπός του είναι να συγκινήσει τους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες να δώσουν μια λύση σ’αυτή τη γλωσσική ακαταστασία με την καθιέρωση της ζωντανής γλώσσας του λαού της Δημοτικής.

ΕΚΤΕΛΩΝΙΣΤΙΚΑ ΕΠΗ

ΜΟΥΣΑ
Ω γλώσσα Ομήρου άμοιρη
πως σ’έχουν καταντήσει
τα φώτα σου αλλάξανε
σ’ ΄χουν εξοστρακίσει
απ΄ όλα τα προπύργια
με περισσή μανία
και στέκεις μόνο ακλόνητη
γερά,  στα Τελωνεία.

ΟΜΗΡΟΣ
Ιδού ποιοι κρατούν τη γλώσσα μας
μέσα απ’ τους αιώνες
μιλάνε αρχαία σαν κι’ εμάς
τις κούκλες λεν’ πλαγγόνες
τα γάντια λεν’ χειρόκτια
και άθυρμα το βώλο
κι αυτό το δέμα εκειδά
το προσφωνούνε …….. κόλο.

Σταθείτε ελπίδα φωτεινή
κι απ’ τα δικά σας χείλη
ποτέ  του το  ρινόμακτρο
μην ακουστεί …… μαντήλι

Να είστε υπερήφανοι
Και νάχετε στο νου σας
(αυτό να το διδάσκετε
στις κόρες και στους γιους σας)
πως κι η Εκάβη η άμοιρη
τραβώντας τα μαλλιά της
σε γλώσσα  …… δασμολογίου
θρηνούσε τα παιδιά της.
Θοδωρής Ταχταράς

Αναδημοσίευση από το Εκτελωνιστική Βήμα» φύλλο 50-51 Μάρτη – Απρίλη 1983

Σχόλιο ιστοσελίδας: Η αρχαία, η καθαρεύουσα ή όποια άλλη διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας ούτε είναι νεκρές ούτε ψεύτικες, ούτε προσδιορίζουν κοινωνικές ιδεολογίες. Είναι τμήματα της μεγάλης ελληνικής παράδοσης και έτσι πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε. Αν η σημερινή γλώσσα έχει έναν άλλο συνδυασμό τόνων ή εκφράσεων επικοινωνίας, αποδεκτό από όλους φυσικά, όμως οι λέξεις έχουν μια ιστορία 25 αιώνων. Ας ανιχνεύουμε από την μεγάλη χοάνη των γλωσσικού μας αποθέματος, είτε λέξεις, είτε φράσεις σε καθημερινή βάση. Η ελληνική τηλεόραση χρησιμοποιεί τίτλους εκπομπών ξενόγλωσσους, δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τίτλους από τον Όμηρο ή τους άλλους αρχαίους ποιητές; Η δημοφιλής αγγλική γλώσσα για παράδειγμα, χρησιμοποιεί τη λέξη «Lexicon» για την αντίστοιχη δική της vocabulary

Σημερινή σελίδα του Μεταφρασμένου Δασμολογίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης




Το Blog Λογοτεχνία – Πολιτιστικά  Εκτελωνιστών δέχεται να φιλοξενήσει κείμενα συναδέλφων, αξιώματα και πολιτιστικά δρώμενα  που αναδεικνύουν τον εκτελωνιστικό πολιτισμό

E-mail =info@bookstars.gr

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Ο Σκαρίμπας επιχειρηματολογεί για τη γλίστρα σύνταξή του 12 Αυγούστου 2014


Ο Σκαρίμπας επιχειρηματολογεί για τη γλίστρα σύνταξή του 12 Αυγούστου 2014

Χαλκίς Δευτέρα  6-3-1957
Αγαπητέ «Εκτελωνιστή»
Το χθεσινό Σαββατοκύριακο, είχα την ευχαρίστησι να το περάσω  – εδώ - με νέον εκτελωνιστήν (= εν ενεργεία) του Πειραιώς – όπου ……. ανεμνήσθην παλαιών ημερών μου. Ο νέος «συνάδελφος» (εμού, ήδη, όντος από το 1962, συνταξιούχου) κατείχετο από το επικρατούν μεταξύ των εκτελωνιστών του Πειραιώς –Αθηνών, πνεύμα, κατά των παλαιών ( συνταξιούχων) συναδέλφων τους, σχετικώς  με την – και υπ’ αυτών, δι’ αυτούς – ευελπιστουμένην αύξησι των γλίσχρων συντάξεών τους:  (π.χ. ο υποφαινόμενος, επί 40ετίαν υπηρετήσας το, άκρως υπεύθυνο και σκληρότατο τούτο επάγγελμά μας, συνταξιοδοτήθηκα με 1.728 δρχ. και άνευ ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως.

Τούτο το πνεύμα, το είδα «διαχεόμενον» εκάστοτε και από τις στήλες της θαυμάσιας εφημερίδας σας, με το, αμφίβολης αξίας επιχείρημα, ότι αι νέαι μελλούμεναι συντάξεις, ούσες ταις μόχθος και έργον των – στο επάγγελμα- νεώτερων  και δίκαιον και νόμιμον, είναι, να είναι αυτές κατά πολύ μεγαλύτερες, από ημών (και να το ξέρουμε και να το βάλουμε καλά στο μυαλό μας!......) των απομάχων του επαγγέλματος, των συνταξιοδοτηθέντων α ν α λ ό γ ω ς  της προς το Τ. Σ. Ε. συμβολής μας.

Αλλά το επιχείρημα, δεν είναι – επί μέρους- δίκαιον ολόκληρο. Διότι α) και οι νεώτερες ηυξημένες συντάξεις, θα ε π ο ι κ ο δ ο μ η θ ο ύ ν επί του, όπερ εμείς, οι παλαιότεροι οικοδομήσαμε (π.χ. από τις 1.728 τις δικές μου- και πάνω  = πράγμα που οι νεώτεροι το εύρηκαν έ τ ο ι μ ο) και β) διότι, κατά ποίαν λογικήν και ποιο δίκαιον, αν το κράτος – προς βελτίωσιν, γ ε ν ι κ ώ ς των συνταξιοδοτήσεων  του Τ.Σ.Ε. – ήθελεν   επιβάλει μικράν γ ε ν ι κ ή ν επί των διακινουμένων αγαθών, φορολογίαν (π.χ. ένα πολλαστημόριον επί των εισαγωγικών τελών  πρόσθετο τέλος, ή ας υποθέσουμε επί του  ………πεταγομένου χαρτοπόλεμου !) οι νεώτεροι θα το εγγράψουν υπέρ μόνον εαυτών, εις δε το κράτος (κράτος και ημών) θα  …………… στείλουν το «και σε άλλα με υγεία!»;

Άνευ αυτών, των δύο – ως άνω – παραδειγμάτων  (και ιδιαίτερα του α!) οι συντάξεις και αυτών, θα μέναν λιλιπούτειες, ως τέτοιες είναι οι δικές μας, ιδιαίτερα οι δικές μας, ημών των επαρχιωτών, που βρεθέντες στις ακροφυλακές του επαγγέλματος, μας στέλλεται  …… σε ατομικές καραβάνες η επιούσια φασουλάδα (= 1.728 δρχ. «με» ούτε καν το τσιρότο μας;!). Μια συνηθισμένη  -κι’ αυτό – ιστορία, σαν οι παμπλείστες οι ανθρώπινες …….

Με τον χαιρετισμό μου σε όλο το σινάφι μας και ευχαριστόν σας για την φιλοξενία,

Γιάννης Σκαρίμπας
Συνταξιούχος Εκτελωνιστής

Αναδημοσίευση από εφημερίδα «Ο Εκτελωνιστής» φύλλο 549, Τετάρτη 15 Μαρτίου 1967


Το Blog Λογοτεχνία – Πολιτιστικά  Εκτελωνιστών δέχεται να φιλοξενήσει κείμενα συναδέλφων, αξιώματα και πολιτιστικά δρώμενα  που αναδεικνύουν τον εκτελωνιστικό πολιτισμό

E-mail = ggioggaras@Gmail.com

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Ο Στέλιος Γεράνης εκτελωνιστής γράφει για τον Σκαρίμπα 6 Αυγούστου 2014



Ο Στέλιος Γεράνης εκτελωνιστής γράφει για τον Σκαρίμπα 6 Αυγούστου 2014

Ο Γιάννης Σκαρίμπας πρωτοεμφανίστηκε στα Γράμματα, με τη συλλογή «Καημοί στο Γριπονήσι» το 1930, που προκάλεσαν ένα ξάφνιασμα μέσα στο ηθογραφικό τέλμα της εποχής κι ανήκουν στις ανανεωτικές αφετηρίες της νέας πεζογραφίας μας, που γύρω στα 1930 είχε αρχίσει να παίρνει συνείδηση της δημιουργικής της αποστολής. Ένα μάλιστα, από τα διηγήματά του αυτά είχε βραβευθεί σε διαγωνισμό του περιοδικού «Ελληνικά Γράμματα» με κριτική επιτροπή τους Κ. Μπαστιά, Λ. Κουκούλια, Κλ Καρθαίο και Φ. Κόντογλου.[1] Στην εισηγητική έκθεση, ο Κόντογλου διερμηνεύει την έκπληξη και τον ενθουσιασμό της κριτικής επιτροπής: το διήγημα αυτό- γράφει- κάμνει αμέσως ζωηρή εντύπωση για το δυνατό του χρώμα και την έντονη προσωπικότητα του ύφους του, πράγμα που λείπει σχετικά από τα άλλα. Μέσα από τη αφήγησή του ξεπετιέται ατόφια, καθαρά, τελείως ξεχωριστή ή ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου που τώχει γράψει. Ο Σκαρίμπας έχει ήδη ύφος δικό του, και αυτό είναι το πιο σπουδαίο προσόν που μπορεί να ζητήσει κανείς από ένα συγγραφέα …….

Ο αναγνώστης αισθάνεται ότι ασφαλώς ο συγγραφέας και  ο άνθρωπος είναι  ένα, ταυτίζονται, πράγμα σπάνιο, συχνά ο πόθος μας είναι να φαινόμαστε, σ’ ένα έργο που γράφουμε, όχι όπως είμαστε, αλλά όπως θα άρεσε να είμαστε και γι’ αυτό ακριβώς η ασυνέπεια μεταξύ ανθρώπου και του συγγραφέα είναι συνηθέστατη.
Προκειμένου για τον Σκαρίμπα δεν μένει καμιά υποψία για ένα παρόμοιο πράγμα. Ο παλμός τού ύφους του, η λέξη, η φρασεολογία, ο τρόπος με τον οποίο συγκινείται, όλα μαρτυρούν για την απόλυτη, τη βαθύτατη ειλικρίνειά του. Σε ένα μεγάλο μέτρο μπορεί κανείς να πει γι’ αυτόν, τα λόγια κάποιου Γάλλου κριτικού : «Περίμενε κανείς να βρει (μέσα στα γραφόμενα του) ένα συγγραφέα και βρίσκει έναν άνθρωπο.
Ο Σκαρίμπας ανήκει στις μοναδικές εκείνες περιπτώσει ς, που ξεσηκώνουν τον ενθουσιασμό, αλλά και τη λυσσαλέα άρνηση. Κάθε ένα από τα κατοπινά του έργα προκαλούσε οξύτατη, συχνά, φιλολογική διαμάχη, με τον συγγραφέα τους ηρωικά αμυνόμενο και εκπέμποντας απολαυστικούς μύδρους καυστικού σαρκασμού, στους επικριτές του. Μάλιστα το 1937 έστησε μια μαχητική έπαλξη το περιοδικό «Νεοελληνικά Σημειώματα» που το διεύθυνε από την Χαλκίδα, με μια καταπληκτική εποπτεία πάνω στην πνευματική επικαιρότητα, σε πρόσωπα και γεγονότα, που με την ευθύβολη τόλμη τους και την πνευματώδη γραφή τους ασκούσαν δριμύ έλεγχο στο πρωτευουσιάνικο κατεστημένο. Αυτό τον έλεγχο τον άσκησε κατά καιρούς από διάφορα περιοδικά κι’ εφημερίδες και τον ασκεί ως τις μέρες μας, με νεανική δροσιά και σπινθηροβόλο πνεύμα.

Μετά τους «Καημούς στο Γριπονήσι» θα συνεχιστεί η εργογραφία του Σκαρίμπα με τα διηγήματα «Το Θείο Τραγί» (1932) που μπαίνουν σε βαθύτερα ανθρώπινες περιοχές, μ’ έναν σαρκασμό, που σπάει την τραγική κραυγή, το κέλυφος της εσωτερικής μας ασφυξίας.
Ακολουθεί το πρώτο το μυθιστόρημα, ο ανεπανάληπτος εκείνος «Μαριάμπας» (1935) που αναποδογυρίζει τον ψυχικό μας κόσμο, φωτίζει σκοτεινές περιοχές, απελευθερώνει με καταπληκτική μαεστρία, πολλά δικά του και δικά μας απωθημένα, μπήγοντας το πικρό στιλέτο στην καρδιά και στο μυαλό των ηρώων του.

Ο Σκαρίμπας ανήκει στις πνευματικές εκείνες φυσιογνωμίες που προκαλούν ευθύς εξ αρχής το ξάφνιασμα και τον ανυπόκριτο ενθουσιασμό, αλλά που συναντούν στην πορεία του την τροχοπέδη της συνοφρυωμένης κριτικής και τινών άλλων της πνευματικής ηγεσίας που αρέσκονται να ομφαλοσκοπούν και να υψώνουν τείχη, εγκληματικής σιωπής, σε πρόσωπα κα σε κείμενα, που αποτελούν τίτλους Τιμής για την εθνική μας λογοτεχνία.

Στέλιος Γεράνης
Αναδημοσιεύεται από τον »Εκτελωνιστή φύλλο 17 Μάρτιος 1978




[1] Διακεκριμένοι λογοτέχνες της εποχής.

Το Blog Λογοτεχνία – Πολιτιστικά  Εκτελωνιστών δέχεται να φιλοξενήσει κείμενα συναδέλφων, αξιώματα και πολιτιστικά δρώμενα  που αναδεικνύουν τον εκτελωνιστικό πολιτισμό

E-mail =info@bookstars.gr

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Γιάννης Σκαρίμπας, ευχές του για τα 25χρονα της εφημερίδας «Ο Εκτελωνιστής» 5 Αυγούστου 2014



Γιάννης Σκαρίμπας, ευχές του για τα 25χρονα της εφημερίδας «Ο Εκτελωνιστής»  5 Αυγούστου 2014


Αγαπητέ μου «Εκτελωνιστή»
Για τα «αργυρά» 25χρονά σας, [1]δεχθήτε και τα δικά μου ταπεινά συγχαρητήρια – ενός παλαίμαχου εκτελωνιστή της Χαλκίδας. Από δεκαετίες συνταξιούχος, σκιρτάει η γέρικη(;) καρδιά μου, κάθε που λαβαίνω το φύλλο σας. Βλέπεις το αίμα νερό δεν γίνεται[2]. Είναι κάτι σαν την αρχαία «ονίδα[3]» που:
«Όταν – ποτέ- χτιζότανε ο Παρθενώνας» συνεργαζότανε σ’ αυτή τη δουλειά, πηγαινοερχόμενη κι’ αυτή από Ακρόπολη – Πεντέλη (και τανάπαλι) μια – με το συμπάθειο – γαϊδάρα, φορτωμένη κι’ αυτή λίγα μάρμαρα και συνοδευόμενη , στο πάαινε -έλα της αυτό, από το αμάλλιαγο ακόμα χαριτωμένο τεκνίο της, ιδέαν κι’ αυτό μη έχον περί των γλυπτικών μαγγανειών του Παρθενώνα[4], όπως η σημερινή «παπουτσωμενόγατη» και «κοκκινοσκουφίτσικη» Ιστορικάντζα του 21 μας …..
Στο μεταξύ η μαμά- γαϊδούρα ψόφησε, το έργο, αργότερα, πήρε το έκπαγλον[5] τελείωμά του. Πλην η ονίδα συνηθισμένη σ΄ εκείνο της τό πάνω- κάτω  ……. πηδάμενο σουλάτσο της, εξακολούθησε και μετά : μετά και από το θάνατο της μάνας της και μετά από του Παρθενώνα την τελείωσιν, να κάνει τις μεταξύ Πεντέλης και Ακρόπολης πασαμεριανές διαδρομές της,! …..
Γειά – χαρά σου. στου εύχομαι μακροημέρευσι και το φτάσιμο όλων των ιδανικών σου – στην πορεία.
Γιάννης Σκαρίμπας
Χαλκίδα 4/5/1972
Αναδημοσίευση από τον Εκτελωνιστής 15ης Μαΐου 1972






[1] Η παρομοίωση της εφημερίδας «Εκτελωνιστής» σαν φορέας διακίνησης της μεγάλης πολιτιστικής κληρονομιάς του χώρου των Εκτελωνιστών, είναι από κάθε πλευρά ενδιαφέρουσα.
[2] Είναι ενδεικτική η αγάπη για το επάγγελμα και τις ομορφιές του, τού ξεχωριστού συγγραφέα.
[3] Όνος –Ονίδα = γάιδαρος- γαϊδάρα
[4] Τα γλυπτά του Παρθενώνα, γνωστά και ως «Ελγίνεια Μάρμαρα», ονομασία που υποβαθμίζει την πράξη αρπαγής των γλυπτών του Παρθενώνα από τον λόρδο Έλγιν, είναι μεγάλη συλλογή από μαρμάρινα γλυπτά που εκλάπηκαν από τον Τόμας Μπρους, 7ο κόμη του Έλγιν, πρέσβη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1799 μέχρι το1803 και μεταφέρθηκαν στην Βρετανία το 1806. 
[5] έκπαγλος < αρχαία ελληνική κπαγλος < *κπλαγλος < εκπλήσσω,

E-mail =info@bookstars.gr

Το Blog Λογοτεχνία – Πολιτιστικά  Εκτελωνιστών δέχεται να φιλοξενήσει κείμενα συναδέλφων, αξιώματα και πολιτιστικά δρώμενα  που αναδεικνύουν τον εκτελωνιστικό πολιτισμό


Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Ο Σαράντης ο Μεταφορέας - διήγημα γράφει ο Κωνσταντίνος Μπουγάς εκτελωνιστής 4 Αυγούστου 2014


Ο Σαράντης ο Μεταφορέας - διήγημα γράφει ο Κωνσταντίνος Μπουγάς εκτελωνιστής 4 Αυγούστου 2014

Ο Σαράντης ο Μεταφορέας
Γράφει ο Κώστας Μπούγας

Πρόλογος Γιώργος Γιωγγαράς
Οι άνθρωποι της μεταφοράς και του Τελωνείου έχουν μια λογική πράξης που τους διακατέχει. Αυτή η λογική πράξης τούς επιτρέπει να ολοκληρώνουν κάθε εργασία που αναλαμβάνουν από τους πελάτες.
Μακριά όμως δεν είναι η λογοτεχνική έκφραση αυτών των ανθρώπων, αρκεί να τους παροτρύνουμε ότι λογοτεχνία δεν είναι μόνο σαλόνια, έρωτες πάθη και πόλεμοι. Είναι και μεταφορείς και ελεγκτήρια και αποθήκες και αυτοκίνητα και διασάφηση με τις χαρές και τις λύσεις τους.
Το διήγημα αυτό έχει μια γεύση επιφανειακή ίσως, από αυτούς τους ανθρώπους της δράσης. Πάντα υπάρχει ένα Σαράντης στο λιμάνι.

Οι νεραντζιές νυφούλες ανθοστόλιστες, φόρεσαν πεισματικά και φέτος την ολόλευκη φορεσιά τους, λες και κάνουν πασαρέλα σε διαγωνισμό ομορφιάς μπροστά απ’ το μπαλκόνι μου.
Όλος ο δρόμος απ’ άκρη σ’ άκρη είναι στολισμένος απ’ τη χάρη τους, η μυρουδιά τους μου γαργαλάει τα ρουθούνια, έρχεται η άνοιξη.
Το βλέμμα μου χάνεται πότε στην αρχή και πότε στο τέλος του δρόμου, αρχίζω να ταξιδεύω πέρα απ’ τα σύνορα αυτής της πόλης. Εξάλλου νιώθω πάντα σα ……. μετανάστης αν κα μένω είκοσι χρόνια σ’ αυτό το δρόμο, σ’ αυτό το σκηνικό του παραλόγου.
Η βροντερή φωνή του Σαράντη με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Καθισμένος απέναντι στην ΕΒΓΑ του Καφήρα, πάνω σε τέσσερις καρέκλες, έχει παραγγέλλει παγωτά. Τα καταβροχθίζει λαίμαργα. Φοβάται μη σκάσει μύτη η  γυναίκα του. Όταν τρώσει το απογευματινό γεύμα, συνηθίζει να καρφώνει το βλέμμα του στο μπαλκόνι του τρίτου.
Αυτή την ώρα κρεμάει τα ημίγυμνα λευκά πόδια της η Ράνια με τις όμορφες και πληθωρικές καμπύλες.
Σήμερα ατύχησε ο φίλος μου, φαίνεται ότι το ημίγυμνο κορμί της Ράνιας, κυλίστηκε παιχνιδιάρικα περισσότερη ώρα στα ολόλευκα σατινέ σεντόνια, της απόρθητης κρεβατοκάμαράς της ….
Αφού περιπλανήθηκε η ματιά του για αρκετή ώρα, το βλέμμα του έπεσε πάνω μου, αν και του έκοβε τη θέα ένα γιούκα που ‘χα στο μπαλκόνι μου.
-Έλα κάτω φτωχέ εκτελωνιστή να σε κεράσω ένα παγωτό.
-Κράτησε τις κουβαρντοσύνες για τις ωραίες γυναίκες της γειτονιάς. Αν επιμένεις να κεράσεις, θα πιω ένα παγωμένο ουζάκι. Παράγγειλέ το στη κυρά –Μαρία κι έρχομαι.
Είμαστε κοντοχωριανοί, πηγαίναμε μαζί γυμνάσιο κι έχουμε σχεδόν την ίδια ηλικία. Ήρθαμε μαζί σ’ αυτή τη γειτονιά από τότε που μπήκα στο επάγγελμα, αυτός μένει στον πρώτο όροφο, εγώ στο δεύτερο.

«ΜΕΤΑΦΟΡΕΑΣ Ο ΣΑΡΑΝΤΗΣ»

γράφουν τα αυτοκίνητά του με μεγάλα γράμματα πάνω στην αεροτομή. Είναι εφτά ή οχτώ που περιδιαβαίνουν στο λιμάνι.
«Μεγάλος και τρανός» λένε στη γειτονιά, όμως στο λιμάνι λένε άλλα λόγια οι κακές γλώσσες.
Είναι παιδί χωρισμένων γονιών, δεμένος κα μεγαλωμένος με τη μάνα του. Ο πατέρας του ο μπάρμπα Γιάννης, ομορφάντρας με τσιγκελωτό μουστάκι, ήτανε μπερμπάντης στα νιάτα του. Του άρεσαν οι όμορφες γυναίκες αλλά και το χρήμα, προσπάθησε να τα κερδίσει και τα δύο, αλλά δεν γνωρίζω πόσο τα κατάφερε.
Παντρεύτηκε μικρός, ο Σαράντης, ήθελε να κάνει οικογένεια, να αποδείξει στον πατέρα του, ότι δεν θα πάρει το δρόμο του, πως υπάρχουν κι άλλες αξίες απ’ τις ωραίες γυναίκες. Η τύχη όμως του έστειλε τη Ρούλα, μια στριφνή Πελοποννήσια, ατάλαντη για να τιθασεύσει τον ερωτικό οίστρο του Σαράντη. Μοιραία λοιπόν ο φίλος μου, το ένα πόδι το’χε έξω από τα κρεβάτι της γυναίκας του.
Η μπαλκονόπορτα στον τρίτο όροφο άνοιξε, η Ράνια ημίγυμνη όπως πάντα με ένα καυτό σορτσάκι, που δεν έκρυβε σχεδόν τίποτα, έκανε δειλά –δειλά την εμφάνισή της. Άφησε το φραπέ καφεδάκι στο τραπέζι , κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα, άναψε τσιγάρο και τράβηξε δύο ρουφηξιές, τίναξε το μαλλί της απ’τα μάτια και αφού χαμογέλασε με νόημα μας χαιρέτησε.
Ο Σαράντης άρπαξε άλλες δύο καρέκλες, έκατσε πιο αναπαυτικά για να απολαύσει το θέαμα.
Ατυχήσαμε όμως, μας τα χάλασε ο «χωροφύλακας», κατέβηκε στην κυρά –Μαρία να πάρει γάλα για τα παιδιά. Το παίξαμε αδιάφοροι, σοβαροί, αλλά δε μασάει φτέρες η Πελοποννήσια. Μας έτριξε τα δόντια, θα’χε κρεβατομουρμούρα το βράδυ ο φίλος μου.
Το πεζοδρόμιο του Καφήρα γέμισε από παιδιά της γειτονιάς, όλα βρέθηκαν μ’ ένα παγωτό στο χέρι, κερασμένο από το Σαράντη. Ο αθεόφοβος, για να φτάσει στις μανάδες τους, έχει παχύνει πέντε έξη κιλά τα πιτσιρίκια.
Έφθασε κι ο Κυρ-Γιάννης ο πατέρας του, παράγγειλε ένα διπλό ουίσκι με παγάκια, έστριψε δύο φορές τη μουστάκα του, επιθεώρησε τα μπαλκόνια της γειτονιάς, αλλά γύρισε την πλάτη στα ωραία πόδια της Ράνιας. Είναι μάγκας, ο μπάρμπα – Γιάννης κι έχει τον τρόπο του.
Ο Σαράντης όταν δεν μιλάει για γυναίκες θα μιλάει για χρήμα, για τράκτορες, για νταλίκες. Βγάζει μάτσο τα χιλιάρικα στο τραπέζι, όταν τάχει, αλλά σαν έρθει η ώρα του ΦΠΑ ζητάει δανεικά. «Δεν έχει καλό κουμάντο, θα τα χάσει όλα» λένε οι κακές γλώσσες.
Σαν μπαίνει στον τράκτορα, γεμίζει η καμπίνα έτσι πληθωρικός που είναι. Έχει κάνει ειδική κατασκευή στο όχημα για να μπαίνει και να βγαίνει εύκολα. Πολλά είναι υπερβολικά επάνω του, μα πιο πολύ η καλωσύνη του. Σαν κατεβαίνει στο λιμάνι γίνεται χαμός, τα βάζει με όλους και με όλα, οι φωνές του ακούγονται απ’ άκρη σ’ άκρη, είναι ανεπανάληπτος.
Πήγα προχτές στη μάντρα, γινότανε χαμός όλες οι εθνικότητες παρέλασαν απ’ το τροχόσπιτο. Μου σύστησε με νήμα τις γυναίκες του γραφείου του. Απορώ τι κάνει όλος αυτός ο κόσμος και πως πληρώνεται.
Η άνοιξη περνάει γρήγορα, ο Σαράντης χαλάει περισσότερα για κεράσματα και για τις ατέλειωτες γυναίκες του, αλλά πάντα με δυσκολία πληρώνει το ΦΠΑ και τις άλλες υποχρεώσεις. Με μια μαύρη τσάντα προσπαθεί μόνιμα να βρει ζεστό χρήμα για τις υποχρεώσει της επόμενης μέρας.
Μονολογεί συνέχεια χωρίς ακροατές: «Δεν πληρώνει κανείς μετρητοίς, μας έχουν φλομώσει στα φέσια και στις επιταγές, έχει χαλάσει το λιμάνι. Χτυπάνε προς τα κάτω τις τιμές τα μεγάλα συμφέροντα, θα μας αφανίσουν όλους, μας δίνουν ένα ξεροκόμματο και λέμε ευχαριστώ».
Παρ’ όλα αυτά είναι υπέρμαχος της ελεύθερης οικονομίας, θαυμαστής της καπιταλιστικής κοινωνίας, ότι υπάρχει αριστερό επάνω του  τον ενοχλεί ακόμα και το αριστερό του χέρι.
Μια Κυριακή πρωί τον βρήκαν μισοτελειωμένο στο γραφείο του από εγκεφαλικό. Έμεινε αρκετό καιρό στο νοσοκομείο, αλλά ευτυχώς τη γλύτωσε με αρκετά προβλήματα. Ταύρος ο φίλος μου, άνοιξε τα μάτια του σαν πέρασε από μπροστά του μια όμορφη νοσοκόμα. Σύμπτωση ήταν; Δεν ξέρω…………
Την επιχείρηση την ανέλαβε ο Μπάρμπα –Γιάννης, από πού να αρχίσει και που να τελειώσει.
Κάνει μεγάλο αγώνα να γλυτώσει το γιο του απ’ τη φυλακή. Καλή τύχη μπάρμπα –Γιάννη, καλή δύναμη, καλό κουράγιο. Οι δυνατοί στα δύσκολα φαίνονται, είσαι παλιό σκαρί, θα αντέξεις τις φουρτούνες.

Ο φίλος μου ο Σαράντης τώρα παίζει με τα αυτοκινητάκια και τα Play Mobil. Κάθε απόγευμα πηγαίνει να ψωνίσει τα απαραίτητα της Πελοποννήσιας, τάχει γραμμένα όλα στο χαρτί, αλλοίμονο του αν κάνει λάθος ένα κατοστάρικο, θα τον βάλει τιμωρία ο «χωροφύλακας».
Φίλε σαν ανταμωθούμε θα σε κεράσω ένα παγετό στην ΕΒΓΑ του Καφήρα. Η Ράνια κρεμάει ακόμα τα πόδια στο μπαλκόνι  της. Πίνει το καφεδάκι την ίδια ώρα, καπνίζει το τσιγάρο και τινάζει πάντα το μαλλί της με νάζι και νόημα.
Καλότυχος φίλε Σαράντη
Θα ανταμωθούμε.
Αναδημοσίευση από το «Εκτελωνιστικό Βήμα» Ιούλιος – Αύγουστος 1999



Το Blog Λογοτεχνία – Πολιτιστικά  Εκτελωνιστών δέχεται να φιλοξενήσει κείμενα συναδέλφων, αξιώματα και πολιτιστικά δρώμενα  που αναδεικνύουν τον εκτελωνιστικό πολιτισμό

E-mail =info@bookstars.gr

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Εφημερίδα Κτίριο 27, Ενημέρωση για τα εμπορεύματα στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος σε θέματα Τελωνείου και Μεταφοράς. Αριθμός φύλλου 3, 2 Αυγούστου 2014



Εφημερίδα Κτίριο 27, Ενημέρωση για τα εμπορεύματα στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος σε θέματα Τελωνείου και Μεταφοράς. Αριθμός φύλλου 3, 2 Αυγούστου 2014



Αναδημοσιεύουμε την εφημερίδα «Κτίριο 27» για να γίνει ευρύτερα γνωστός ο παλμός του εκτελωνιστικού επαγγέλματος την προηγούμενη δεκαετία. Τότε κυκλοφόρησε σε επτά φύλλα και σε τιράζ 100 φύλλων.








Το Blog Λογοτεχνία – Πολιτιστικά  Εκτελωνιστών δέχεται να φιλοξενήσει κείμενα συναδέλφων, αξιώματα και πολιτιστικά δρώμενα  που αναδεικνύουν τον εκτελωνιστικό πολιτισμό

E-mail =info@bookstars.gr

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Τραγούδια των εκτελωνιστών που διασκεδάζουν παρέες (Σκαρίμπας) 1 Ιουλίου 2014


Τραγούδια των εκτελωνιστών που διασκεδάζουν παρέες (Σκαρίμπας) 1 Ιουλίου 2014


Σπασμένο καράβι - 1975

Μουσική:  Γιάννης Σπανός

Σπασμένο καράβι να `μαι πέρα βαθιά
έτσι να `μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να `ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να `ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να `ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να `μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να `μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι



·  
Ειρμός - 1997             


Τα μάτια σου ραμμέν’ από
ραμμέν’ από μετάξι
μοιάζαν ως από μετάξι
ως αποκοιμήσει.

Tα χείλη σου τα σαν,
 
τα χείλη σου τα σαν,
 
μια ξάφνη ψαλι- ψαλιδιά λοξά
μια ψαλιδιά στα ερέβη.

Του πρόσωπού σου το προ-
οφίλ του πρόσωπου
σ’ αψού ζιγκ - ζαγκ κομμένο στυλ
στην ανοιχτή αγκαλιά
στην ανοιχτή της σιωπής,
 
σαν τεθλασμένη αστρα-
αστραπής μου εφάνη.

Τα δόντια μοιάζαν λί-
γο αφρό τα δόντια αφρό
που στ’ όνειρο είχε το αλαφρό
σου ανέβη
στ’ όνειρο είχε ανέβει.



·  
Η παρέα - 2002


Ωραία φίλε, ήταν ωραία
όπως τα λέγαμε και όπως
μες`στο κρασί και την παρέα
γύριζεν ο καιρός κι ο τόπος.

Κι ακόμα ωραία ήταν ως στάζαν
χρυσά τα λόγια της κοντά της,
 
τα μάτια της ως μας κοιτάζαν
ως μας μεθούσε η ομορφιά της.

Ωραία ναι...Μα εγώ φαρμάκι
έπινα, πέφτοντας εντός μου,
 
αυτή που σαν χελιδονάκι
ξεφτούριζε απ`το φως του κόσμου.


·  
Ο γλάρος


Ώρα καλή στου απείρου την καρδία
γλάρε µου βραδινέ πού Φεύγεις πλοίο,
 
µετά από σένα η νύχτα, η σιγαλιά,
 
η κάμαρά µου, ένα Φωσάκι, ένα βιβλίο.
 

Πηγαίνεις σύ ... Εγώ έκπεσµένο αλαργινό
 
αδέλφι σου νοσταλγικό εδώ μένω
ένα βιβλίο, Ένα φωσάκι και πονώ
 
µια καµαρούλα αδέλφι µου υψωμένο.
 

Κι όλο πετάς. Ώρα καλή κι έχω δουλειά
 
στο χώμα δώ πού βρέθηκαν οι καημοί µου,
 
άσπρα να κάμω τα χρυσά µου τα µαλλιά
κι ύστερα να λυγίσω το κορμί µου.
 

Κι από άκοντα (µην απορείς και µη ρωτάς)
σιγανά φύγω έχω δουλειά γλάρε µου πλοίο
ένα βραδάκι που λευκός συ θα πετάς
 
σαν να ‘σαι το ανοιγμένο µου βιβλίο .


·  
Ουλαλούμ - 1987      http://www.stixoi.info/skin/images/flags/french.gif http://www.stixoi.info/skin/images/flags/hebrew.gif   
Μουσική:  Νικόλας Άσιμος


Ήταν σαν να σε πρόσμενα κυρά,
 
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
 
κι έλεγα: Θα `ρθει απόψε απ’ τα νερά, κι από τα δάσα!

Θα `ρθει αφού φλετράει μου η ψυχή
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
 
και θα μυρίζει φώτα ήλιο και βροχή το νιο φεγγάρι!...

Και να, το κάθισμά σου συγυρνώ,
 
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
 
και να μαζί σου κιόλας αρχινώ, χρυσή, κουβέντα.

Πως να... θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που μ’ έλεγε τρελόν, πως είχες γίνει καπνός
και τάχας σύγνεφα θαμπά, προς τη σελήνη...

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ...
Κίνησα να σε βρω στο δρόμο ωϊμένα!
 
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα), χρυσή, κι εσύ με μένα!...

Τόσο πολύ μ’ αγάπησες, κυρά,
 
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
πάταγα γω στραβός μες στα νερά; κι εσύ κοντά μου!.


·  
Το εισιτήριο - 2010   


Νά 'ναι σα νά 'μουν έτοιμος. Και νά 'ναι
σα νά 'χω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι
ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε
μεσ’ στους καπνούς του - όρνιο - ένα καράβι

Κι εγώ να ψάχνουμαι εδώ χάμω. Κι όλο-όλο
το εισιτήριο να λέω συντρόφοι ωραίοι!...
Και να μην έρχεται μια βάρκα ως το μώλο,
 
να μη φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι...

Οι βαρκαρέοι!... Το εισιτήριο!... Να τρέμει
- ζαγάρι εντός μου - η Χαλκίδα και τα όρη.
Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι
μετέωρο - μες στις αχλές του - το βαπόρι...

Ω διάολε!... Όλα νά 'χουν χαθεί και νά 'χουν πάει
κι οι ανθρώποι δραπετεύσει από τους τόπους,
 
κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει
χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους...

Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο! Και όλο
να χλιμιντράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω
- κιόλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο
κι όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω...


·  
Φαντασία - 2006        
Μουσική:  Μαρία Βουμβάκη


Να`ναι σαν να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβεί στα χάη,
 
και σένα του καπέλου σου πλατιά και φαντεζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και ναν`σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι`άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
 
κι αυτός ο άνεμος τρελά τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα με γυάλινα πανιά πλοίο που πάει
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός,
 
όξ`απ`τον κύκλο των νερών στα χάη.

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
περ`από τόπους και καιρούς, έως ότου φως μου
 
(καθώς τρελά θα χαιρετάει κειν`η κορδέλα η φαντεζί)
βγούμε απ`την τρικυμία αυτού του κόσμου.


·  
Χορός συρτός  


Κάλλιο χορευταράς νά `μουνα πέρι,
 
κόλλες που να κρατώ και μολυβάκια,
 
θα `σερνα συρτό χορό, χέρι με χέρι,
 
μ’ όλα μας του γιαλού τα καραβάκια
 

Κι έν’ αψηλό τραγούδι για σιρόκους
θ’ άρχιζα, γι’ αφροπούλια και για ένα
γλαρό καράβι με πανιά και κόντρα φλόκους
που θα’ ρχονταν να μ’ έπαιρνε και μένα
 

Με δίχως τους αναστεναγμούς της Πολυδούρη
μόνο να τραγουδάν τριγύρω οι κάβοι,
 
κι οι πένες μου πενιές σ’ ένα σαντούρι,
 
άσπρα πανιά σου οι κόλλες μου, καράβι!
 

Γιαλό γιαλό να φεύγουμε και άντε!
Να λέμε όλο για μάτια, όλο για μάτια,
 
κι εκεί λες κομφετί μες στο λεβάντε
όλα μου τα γραφτά χίλια κομμάτια!
 

Κι σαν χτισμένη εκεί από κιμωλία
βαθιά να χάνεται η Χαλκίδα πέρα
με όλα μου – ανοιγμένα – τα βιβλία
καθώς μπουλούκι γλάροι στον αέρα


Το Blog Λογοτεχνία – Πολιτιστικά  Εκτελωνιστών δέχεται να φιλοξενήσει κείμενα συναδέλφων, αξιώματα και πολιτιστικά δρώμενα  που αναδεικνύουν τον εκτελωνιστικό πολιτισμό


E-mail =info@bookstars.gr