Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Παράθυρο Φονιάς (Αστυνομικό Διήγημα) 9 Μαΐου 2014



Παράθυρο Φονιάς (Αστυνομικό Διήγημα) 9 Μαΐου 2014



Διηγήματα
Με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Πέτρο Πέτρου,
τον απλησίαστο 2Π

1.Οι Νεαροί Επιβήτορες
2.Φαλτσέτα χωρίς Αίμα
3.Ο Γρηγόρης ο Γόης
4.Παράθυρο Φονιάς
5.Το Πρώτο μου Σκασιαρχείο
6.Αεροπορική Χρηματαποστολή
7.Εργατικό ατύχημα
8.Το Παρκάρισμα
9.Ο Μπαμπίτης ο Μάγκας
10.Κληρονομητήριο
Επιδρομή στο Νεκροταφείο




Παράθυρο Φονιάς

«Κατίνα έλα να ακούσεις μια είδηση»
«Τι συμβαίνει;» «Στο σχολείο του Νίκου έγινε ατύχημα»
Διαβάζει το σχετικό κείμενο της εφημερίδας:
Παράθυρο φονιάς στην Εμπορική Σχολή του Πειραιά έπεσε, σε διερχόμενο άνδρα, σαράντα πέντε ετών και τον έστειλε στο νοσοκομείο με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Το παραθυρόφυλλο έπεσε από ύψος τεσσάρων μέτρων. Ό άτυχος άνδρας μετακομίστηκε στο Τζάνειο Νοσοκομείο για να διαπιστωθεί η σοβαρότητα του ατυχήματος. Οι γιατροί επιφυλάσσονται να απαντήσουν προτού να περάσουν είκοσι τέσσερες ώρες. Η αστυνομία ερευνά την υπόθεση για τα αίτια της πτώσης του παράθυρου. Ανακρίνονται καθηγητές και μαθητές για πιθανή ευθύνη τους στο ατύχημα.

«Είδες Κατίνα πως λειτουργεί η παλιά παροιμία σε καθημερινή βάση; «όποιος του μέλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει» πρέπει να προσέχουμε ακόμα και όταν βαδίζουμε στο πεζοδρόμιο ……..»
«Έλα καημένε Γιώργο. Σιγά μήπως πρέπει να προχωράμε και να κοιτάζουμε τα παράθυρα από πάνω μας»
«Ο Θεούλης μας έδωσε απέραντη γη να εγκατασταθούμε, να καλλιεργήσουμε, να περπατήσουμε. Εμείς εκεί, μας αρέσουν τα ψηλά, ο ουρανός, τα άστρα, τα αεροπλάνα, οι ανελκυστήρες, οι πολυκατοικίες, οι ουρανοξύστες ……… όμως δεν μπορούμε να τον φτάσουμε»
«Να και ο γιος μας, ο Νίκος»
«Έλα εδώ Νίκο. Διαβάζουμε στην σημερινή εφημερίδα για το ατύχημα στο Σχολείο σου. Ξέρεις κάτι περισσότερο;»
«Όχι ………… ναι. Καλλίτερα να μην σας πω, τι έγινε. Πρωταγωνιστές είναι οι συμμαθητές μου. Όλη η τάξη είναι σε διαδικασία ανάκρισης»
«Πες μας λεπτομέρειες»
«Δεν μπορώ να σας πω προτού ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Έγιναν μερικά παρατράγουδα και φασαρία, όταν είχαμε κενή ώρα στο μάθημα των Αρχαίων»
«Και ποια σχέση έχουν οι δικές σας τρέλες με το ατύχημα;»
«Από το παράθυρο της δικής μας τάξης έπεσε το παραθυρόφυλλο»
«Στο δρόμο έπεσε το παραθυρόφυλλο;»
«Στην οδό Ηραΐσκου. Στο χώρο της Σχολής έχει κτιστεί ένας σταθμός ΔΕΗ για την ενίσχυση με ρεύμα της Περιοχής. Το θυμάσαι; εκεί δίπλα έπεσε το παραθυρόφυλλο. Από τον πρώτο όροφο»
«Ποιο είναι το ύψος;»
«Θα ξεπερνά τα τέσσερα μέτρα. Τον άτυχο, τον άνθρωπο»

***

Το κτίριο της Εμπορικής Σχολής Πειραιά ήταν κτισμένο με προδιαγραφές να χρησιμοποιηθεί για μαθητές. Το ημιυπόγειο είχε τις αποθήκες και τα εργαστήριο Φυσικής και Χημείας. Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος είχε διάταξη σχήματος Πι (Π) για πολύ φως και ήλιο. Άλλες τάξεις ήταν μικρές, άλλες τάξεις ήταν μεγάλες. Η σκάλα για τον πρώτο όροφο ήταν ευρύχωρη. Τα σκαλοπάτια χώραγαν περισσότερο από έξη παιδιά σε ευθεία διάταξη. Η Διεύθυνση της Σχολής και η Αίθουσα των Καθηγητών ήταν από τη δεξιά μεριά όπως μπαίνουν από την κύρια είσοδο.

Το μπροστινό προαύλιο με τη σκάλα εισόδου συμπλήρωναν τον χαρακτήρα του Δημόσιου Κτιρίου. Η οπίσθια αυλή ήταν φανερά μεγάλη. Ο τότε Διευθυντής, στο τέλος της δεκαετίας του πενήντα, είχε διαχωρίσει την οπίσθια αυλή να τη χρησιμοποιούν στο διάλειμμα τα κορίτσια, ενώ το μπροστινό προαύλιο προοριζόταν για τα αγόρια με προέκταση το πεζοδρόμιο της Ελευθερίου Βενιζέλου.

Το κτίριο ήδη φαινόταν παλαιό. Πρέπει να ήταν προπολεμικό. Όμως οι μαθητές είχαν την δική τους άποψη. Ήξεραν να συμπεριφέρονται με μαθητική δεοντολογία. Ήξεραν ότι ήσαν περαστικοί. Τα προηγούμενα χρόνια είχαν φοιτήσει εκεί χιλιάδες μαθητές. Στα επόμενα χρόνια θα φοιτούσαν εξίσου νέοι χιλιάδες μαθητές. Θα έμενε ένα κτίριο σύμβολο. Ένα κτίριο θρύλος. Το πρόσεχαν με τον τρόπο τους. Δεν το κατέστρεφαν. Σπάνια υπήρχε θράση τζαμιών ή δυνατά κτυπήματα στις πόρτες. Η καταστροφική διέξοδο των μαθητών περιοριζόταν στα θρανία τους. Συνέβαλλαν σ’ αυτό και οι αυστηροί και απρόσιτοι καθηγητές. Την πρώτη θέση κατείχε φυσικά ο Διευθυντής της Σχολής.

Ήταν προπαραμονή για τις διακοπές του Πάσχα. Ο ουρανός ήταν μουντός. Αν έριχνες το βλέμμα προς την Κούλουρη (το νησί της Σαλαμίνας) θα έβλεπες τα μαύρα σύννεφα να μετακινούνται απειλητικά προς βορρά. Σύντομα θα ερχόταν ή βροχή και στον Πειραιά. Ο άνεμος ήταν ισχυρός. Φαίνεται ότι θα γινόταν ισχυρότερος. Οι διαβάτες εκείνο το πρωινό βάδιζαν λιγάκι σκυφτά. Μετατόπιζαν το κέντρο βάρους του κορμιού τους. Προσπαθούσαν να διασχίσουν το σφοδρό άνεμο που αντιμετώπιζαν. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν στο άνοιγμα και στο κλείσιμο μιας πόρτας. Καταβαλλόταν ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια. Μια άστοχη κίνηση και η πόρτα κτύπαγε με δυνατό κρότο στην κάσα της, έτοιμη να καταρρεύσει. Ο Θεούλης έδειχνε την παρουσία του εκείνες τις ώρες. Χρειάζεται αυτή η υπενθύμιση. Η ηρεμία συνήθως δεν προβληματίζει.

Η έκτη τάξη (ισοδύναμη με την ογδόη οκταταξίου Γυμνασίου) βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτιρίου, σε μια μικρή αίθουσα. Έχει συγχωνευτεί το τμήμα αρρένων και θηλέων σε ένα. Μια στατιστική δείχνει ότι οι πρώτες τάξεις ξεκίναγαν με εκατό και πάνω μαθητές σε δυο τάξεις, για να καταλήξουν σε σαράντα περίπου μαθητές αγόρια και κορίτσια. Τα κορίτσια αποτελούν την πλειοψηφία της τάξης. Είναι τα δύο τρίτα των αγοριών. Είναι φυσική συνέπεια μιας αυξανόμενης πειθαρχίας εκ μέρους των καθηγητών, όσο εξελισσόταν η ηλικία των αγοριών από εφηβική προς νεανική.

«Φίλιππα κοίταξε κάτω στο γραφείο, θα έλθει ο κος Σεφεριάδης « λέει ο Μερκούρης «Είσαι επιμελητής αυτό το δεκαπενθήμερο. Μάθε»
«Πηγαίνω για διερεύνηση. Άλλωστε όλοι ξέρετε ότι την επιμελητεία την έχω εκχωρήσει σε όλη την τάξη. Όλοι είμαστε επιμελητές» Φωνές ακούστηκαν, κάτι σαν «Ζήτω ……. Ζήτω ………..»

Ο Φίλιππας έβλεπε τη θέση του επιμελητή της τάξης, σαν αναγκαστική υποχρέωση. Ο Διευθυντής είχε επιβάλλει την εκ περιτροπής επιμελητεία κάθε δέκα πέντε ημέρες. Η ιδιότητα του επιμελητή της τάξης εθεωρείτο μια υπηρεσία κοντά στον καθηγητή, μια υπηρεσία που σε υποχρέωνε να κάνεις αναφορές για συμμαθητές σου. Μια υπηρεσία που έπρεπε να απαντάς σε περίεργες ερωτήσεις, μια υπηρεσία που είχε στοιχεία δουλοπρέπειας. Έπρεπε πρακτικά να λες ναι ή να αναφέρεις ότι γίνεται στην τάξη σε απουσία του καθηγητή.

«Παιδιά ησυχία ………» φώναξε ο Φίλιππας «Ο καθηγητής δεν θα έλθει. Μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε. Λείπει και ο Διευθυντής»
«Νίκο έλα εδώ!!!»
«Γιώργο έλα εδώ!!!»
«Πέτρο έλα εδώ!!!»
«Δέσποινα έλα εδώ»
«Ανδρέα έλα εδώ!!!»
«Ζέτα έλα εδώ!!!»
«Άρη έλα εδώ»
Άρχισαν να σχηματίζονται μικρές παρέες. Έγινε η αλλαγή θέσεων στα θρανία. Οι θιασώτες του φραμπαλά πήγαν κοντά στις μαθήτριες. Ξεκίνησε μια συζήτηση χωρίς τέλος και χωρίς διακοπή. Συζήτηση χωρίς νόημα με μόνο στοιχείο το φλερτ. Στοιχείο ουσιαστικό της εποχής.

«Άρη τι κάνεις εκεί;» Ο Άρης στεκόταν δίπλα από την πόρτα και είχε τοποθετήσει τα χέρια του στις μεσαίες εσοχές της. Είχε ακουμπήσει την πλάτη του στο ένα φύλο της πόρτας, έτσι αυθόρμητα, χωρίς λόγο. Ήταν δυνατό παιδί, είχε ασχοληθεί και με τον αθλητισμό. Έβαλε δύναμη και το φύλλο της πόρτας έφυγε από τον μεντεσέ του. Η πόρτα ακούμπησε στο δάπεδο. Ήταν εύκολο. Πιθανώς να μιμείτο τον χθεσινό ξυλουργό στην νέα προέκταση, που έκανε ο πατέρας του, στο σπίτι τους
«Άρη κοίτα;» φώναξε ο Φίλιππας και έκανε ασυναίσθητα την ίδια κίνηση. Το φύλλο της πόρτας ξέφυγε από το αρσενικό μεντεσέ και βρόντηξε στο δάπεδο. Η δύναμη των χεριών του Φίλιππα δεν άντεξε το μεγάλο και ξαφνικό βάρος του δεύτερου φύλου της πόρτας.. Όλα τα κεφάλια των μαθητών γύρισαν ξαφνικά προς το μέρος του Φίλιππα. Άκουσαν τον δυνατό ήχο. Μετά ξαναγύρισαν στις παρέες τους, χωρίς σχόλια. Ο θόρυβος μεγάλωσε μέσα στην τάξη. Τα μικρά πηγαδάκια ζωήρευαν και φλερτάριζαν.

Το καλό και το κακό έχουν την ίδια προτίμηση στη λογική του μαθητή. Το Σχολείο καλείται σε μεγάλο μέρος να δείξει σε αυτόν τη διαφορά.

Μερικά παιδιά δεν θέλησαν να περάσουν την ώρα τους στην τάξη. Σκέφτηκαν να βγουν έξω από το Σχολείο. Ήταν λιγάκι δύσκολο και ριψοκίνδυνο να περάσουν μπροστά από την αίθουσα των καθηγητών, προς την κεντρική είσοδο του κτιρίου. Η εύκολη λύση ήταν το παράθυρο. Ανέβηκαν σε ένα από τα παράθυρα, έριξαν το κορμί τους από την έξω πλευρά κρατώντας με τα χέρια τους την άκρη του πρεβαζιού και πήδησαν κάτω. Ένα ύψος ήταν δεν ήταν δυόμισι μέτρα από τα πόδια τους.

Στην γωνία χιαστή ήταν το καφενείο του Ηρακλή. Ένα παλιό γωνιακό κτίσμα που μπορούσε να ήταν μπακάλικο προ του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα παντζούρια μακριά και μπακλαβαδωτά, το εσωτερικό δάπεδο του μαγαζιού από ξύλο. Όλα θύμιζαν κατασκευές που κυριαρχούσε το ξύλο.

Εκεί συγκεντρώνονταν οι μαθητές πολύ πρωί προ της έναρξης των μαθημάτων. Εκεί αποφασιζόταν ποιοι θα κάνουν σκασιαρχείο. Ήταν τόπος συνάντησης των μαθητών που διεκδικούσαν και άλλα δικαιώματα στην ζωή, πέρα από αυτά που τους παρείχε η ιδιότητα του μαθητού.
-       διεκδικούσαν το δικαίωμα να βλάψουν τον εαυτόν τους καπνίζοντας. Αν μάλιστα το τσιγάρο ήταν αμερικάνικο (Τσέτσερφιλντ ή Μάλμπορο) τότε ήθελαν να βλάψουν τον εαυτόν τους δύο φορές
-       διεκδικούσαν να μη παρουσιαστούν στο μάθημα της Άλγεβρας ή των Αρχαίων Ελληνικών γιατί ήθελαν να πάνε κινηματογράφο. Κατά προτίμηση στο Σινέ Φως της οδού ΙΙ Μεραρχίας ή στο Αλκαζάρ της Φίλωνος του Πειραιά. Κάποιοι πιο προχωρημένοι πήγαιναν στο Ροζικλαίρ της Αθήνας. Αυτοί οι κινηματογράφοι δούλευαν όλη την ήμερα
-       διεκδικούσαν να παγαίνουν στο καφενείο τους για να πίνουν καφέ βαρύ γλυκό ή να παίζουν τάβλι για να ξεδώσουν από την χθεσινοβραδινή πίεση της οικογένειας
-       διεκδικούσαν το δικαίωμα να βάζουν βρομόλογα στο στόμα, έτσι για να ακούν ένα διαφορετικό ήχο στο διάλογό τους

«Φίλιππα, Νίκο, Άρη όλοι σταματήστε. Συνέβηκε κάτι τρομερό. Ένας περαστικός κτυπήθηκε με το παράθυρο που έπεσε στο δρόμο. Κτυπήθηκε άσκημα και τον πήγαν για το Τζάνειο. Θα έχουμε μπελάδες …………»
Νεκρική σιγή έπεσε στην τάξη. Όλοι σκεπτόντουσαν την αυριανή ημέρα. Την οργή του Διευθυντή. Την ήρεμη φωνή του. Ο Πισώβαρος, έτσι ήταν το μαθητικό παρατσούκλι του, θα ήταν στο στοιχείο του και πάλι. Σε κλάσμα του δευτερολέπτου όλη η τάξη χύθηκε στον διάδρομο, γρήγορα και απρόσεκτα κατέβηκε την εσωτερική σκάλα του Σχολείου και όρμησαν στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου. Τα λίγα αυτοκίνητα που πέρναγαν δεν αποτελούσαν ουσιαστικό κίνδυνο δυστυχήματος. Έστριψαν αριστερά την Ηραΐσκου και σήκωσαν, όλοι μαζί τα κεφάλια τους προς το παράθυρα της τάξης.

Μετά ενστικτωδώς με μάτια ερευνητικά ακολούθησαν τη διαδρομή που πήρε το παραθυρόφυλλο όταν έφυγε από τη θέση του. Στο πεζοδρόμιο ήταν ακόμα μικρά σπασμένα γυαλιά, όσα δεν μπόρεσε να μαζέψει ο Επιστάτης. Στην αντικρινή γωνία ήταν μαζεμένοι μερικοί αργόσχολοι, περαστικοί και σχολίαζαν το γεγονός:
«Τον πήρε ένα ΙΧ να τον πάει στο Τζάνειο»
«Το κεφάλι του ήταν πλημμυρισμένο στα αίματα»
«Τον βρήκαν με το παραθυρόφυλλο περασμένο στο λαιμό»

¨Ένας καθηγητής πλησίασε την ομάδα των μαθητών και είπε σε αυστηρό τόνο:
«Μπρος γρήγορα στην τάξη. Δεν υπάρχει τίποτε να δείτε. Στην τάξη σας και να περιμένετε την τιμωρία σας»
Με σκυμμένο το κεφάλι τα παιδιά της έκτης τάξης γύρισαν στην τάξη και στα θρανία. Η κουβέντα άρχισε πάλι να ζωηρεύει. Τώρα είχαν και άλλα στοιχεία να αναλύσουν. Μια κοριτσίστικη φωνή φώναξε:
«Ρε παιδιά ποιος ξεκόλλησε το παράθυρο;»
Διακόπηκε κάθε κουβέντα και κάθε κίνηση στη στιγμή. Ο ένας μαθητής κοίταζε τον διπλανό του. Έψαχνε πίσω τον χρόνο, ο καθένας, να θυμηθεί τον συμμαθητή που ανέβηκε στο πρεβάζι, να ξεκολλήσει το παραθυρόφυλλο. Μια φωνή μίλησε με αναφιλητά:
«Χάθηκε μια ζωή. Πως θα αντικρίσουμε το παιδί του;»

Στην διάρκεια μιας ώρας που απουσίαζε ο Καθηγητής, οι μαθητές βρήκαν την ευκαιρία να ξηλώσουν όλα τα παράθυρα και τις πόρτες της τάξης «έτσι για πλάκα»


***


Ο Αστυνόμος Πέτρος Πέτρου κατεβαίνει την κατηφόρα της οδού Βασ. Γεωργίου στον Πειραιά, κοντά στο άγαλμα της Μητέρας. Είναι πρωί γύρω στις επτά, στο μυαλό του στριφογυρίζει η υπόθεση των μαθητών της Εμπορικής Σχολής. Νοιώθει ανάλαφρος στο περπάτημα. Πάντα θυμάται την ευεργετική τακτική της γυναίκα του να έχει στη διάθεσή του ένα ζευγάρι καθαρό κάλτσες κάθε πρωί. Δεν θυμάται πόσα χρόνια.

Αχ αυτή η ανεμελιά,
Αυτή η ξεροκεφαλιά
Αυτή η αφέλεια

Αυτό το αυθόρμητο

Αυτό το νεαρό της ηλικίας
Μπορεί να καταλήξει σε ανθρώπινη τραγωδία. Ξήλωσαν όλα τα κουφώματα της τάξης και ένα παράθυρο έπεσε στο κεφάλι ενός περαστικού. Έτσι του ανέφεραν το ατύχημα. Ο υπαίτιος μαθητής κινδυνεύει να κατηγορηθεί μέχρι για φόνο εξ αμελείας, εάν το θύμα καταλήξει.

Κάποια στιγμή ο Πέτρου σηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζει γύρω του, «Βρε πως αφαιρέθηκα» μονολογεί. Είχε περάσει την οδό Βασ. Κωνσταντίνου και την Κολοκοτρώνη και βάδιζε για τη Νοταρά. Κάνει στροφή προς τα πίσω για να πάει στο γραφείο του, στην Διεύθυνση του Πειραιά, στον τρίτο όροφο. «Πάλι άφησα τις σκέψεις μου να με επηρεάσου» σκέπτεται.
«Κύριε Πέτρου» λέει ο Δημήτρης ο συνεργάτης του.
«Από το Τζάνειο Νοσοκομείο. Είναι ο Διευθυντής. Για το ατύχημα της Εμπορικής Σχολής»
«Μάλιστα Πέτρου Αστυνόμος»
‘Κύριε Πέτρου, το θύμα βρίσκεται σε σταθερή κατάσταση. Θα μπορέσουμε να πούμε κάτι παραπάνω για την εξέλιξη της υγείας του μετά σαράντα οκτώ ώρες»
«Περιγράψτε μου τον τραυματισμό»
«Ένα αιχμηρό αντικείμενο φαίνεται ότι κτύπησε στην άκρη, το δεξιό τμήμα της κεφαλής, προφανώς κόχη ξύλου ή σίδερου. Από την πρόσκρουση έγδαρε και παρέσυρε όλο το δέρμα του κροταφικού τμήματος της κεφαλής και ένα τμήμα του προσώπου. Σε μερικά τμήματα φάνηκαν τα οστά. Υπάρχουν σοβαρά τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής από αιχμηρά αντικείμενα, προφανώς σπασμένα γυαλιά. Επίσης λιγότερης σημασίας τραύματα στο στήθος και στη δεξιά κνήμη του χεριού. Έχουμε ραΐσματα των οστών του κρανίου, χωρίς να γνωρίζουμε τις επιπτώσεις των.
«Ο τραυματισμένος έχασε πολύ αίμα. Ήδη έχουν ειδοποιηθεί οι οικείοι του»
«Ευχαριστώ κύριε Σκαρπαλούζο, όταν θα έχετε νεότερα της εξέλιξης του ασθενούς ενημερώστε με. Κρίνετε ύποπτος μαθητής και ……. καταλαβαίνετε»

«Δημήτρη πες στα παιδιά της Σήμανσης να συντάξουν την έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Επιμένω να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή. Να ερευνηθούν όλα τα πιεστήρια του ατυχήματος. Να υπάρχουν φωτογραφίες. Να σχεδιαστεί η αναπαράσταση του ατυχήματος. Όλες οι λεπτομέρειες. Πρόκειται για αφελής συμπεριφορά δεκαεπτάχρονου μαθητή. Αν στοιχειοθετηθεί κατηγορία σε βάρος του μαθητή, δεν πρέπει να κάνουμε λάθος. Το θύμα είναι σε καταστολή. Καταλαβαίνεις ………..
«Δημήτρη……. Πάμε δύο λεπτά στο κτίριο της Σχολής. Χρειάζομαι να δω τον τόπο του δυστυχήματος. Να μην μας ξεφύγει τίποτα. Είμαι με το μέρος των μαθητών, αλλά υπηρετώ τον Νόμο. Όχι στο ψυχρό γράμμα του Νόμου, αλλά στην ψυχή του, αυτή που ενώνει τους ανθρώπους σε ομάδες, σε φυλές, σε κοινωνίες, σε πόλεις, σε κράτη.»

***

Οι μαθητές ένας, ένας πέρναγαν την εξωτερική είσοδο της Σχολής και σιγομουρμούριζαν. Κατανοούσαν ότι σήμερα η έκτη τάξη του Σχολείου τους, θα πέρναγε μια δύσκολη και διαφορετική μέρα. Το χθεσινό ατύχημα θα είχε οπωσδήποτε επιπτώσεις πάνω τους. Επιτέλους το κουδούνι κτύπησε στη ώρα του και συγκεντρώθηκαν στον ελεύθερο κλειστό χώρο του Ισογείου, για προσευχή. Η μαθήτρια, η πιο ταλαντούχα, με καθαρή φωνή ξεκίνησε την προσευχή «Πιστεύω εις ένα Θεό Πατέρα Παντοκράτορα ………….»

«Παιδιά έρχεται ο Πισώβαρος, έρχεται η προσωποποίηση της αποβολής» Μπαίνει στη αίθουσα ο Διευθυντής και με την ήρεμη, σκληρή φωνή του, αναγγέλλει:
«Δύο, δύο όλοι οι μαθητές θα περάσουν διαδοχικά από το γραφείο μου. Θα αρχίσουμε από τους δύο επιμελητές. Θέλω να μάθω ποιος έβγαλε τις πόρτες και τα παράθυρα χθες. Περιμένω …….»
Κατέβηκε από την έδρα ήρεμος και καθημερινός και κατευθύνθηκε προς την πόρτα της αίθουσας. Το ανθρώπινο κορμί του είχε πάρει ένα περίεργο σχήμα σε αυτή την ηλικία που ήταν. Ήταν αρκετά παχύς και οι γλουτοί του προεξείχαν αισθητά. Το βάδισμα του, τους έκανε ακόμα πιο μεγάλους. Εξ αιτίας αυτής της μορφής, τον ονόμασαν οι μαθητές «Πισώβαρο». Είχες τη αίσθηση ότι τον βάραιναν τα οπίσθιά του και έγερνε στο περπάτημα το κορμί του προς τα εμπρός, προκειμένου να βρει ισορροπία στην κίνηση.

Χαρακτηριστικό είναι, ότι ένας μαθητής σχολίασε τα «οπίσθιά του», σαν έτοιμο αεροδρόμιο για προσγείωση αεροπλάνου. Η επιβολή ποινών, η αποβολή ή η μείωση της μαθητικής διαγωγής, δεν φέρνουν συνήθως θετικά αποτελέσματα. Αντίθετα μειώνουν τον δημιουργικό πληθυσμό των μαθητών. Επιτυχία στην εκπαίδευση είναι το σταμάτημα της μαθητικής αταξίας στη γέννησή της.

Η προσέλευση των μαθητών δύο, δύο στο γραφείο του Διευθυντή, δεν έφερε το αποτέλεσμα που αναμενόταν. Οι μαθητές κράτησαν το στόμα τους κλειστό και δεν μαρτύρησαν τα παιδιά που έβγαλαν τις πόρτες και τα παράθυρα, από τους μεντεσέδες. Η συμπεριφορά της μαθητικής ομάδας ήταν άψογη. Τα στόματα κρατήθηκαν κλειστά. Η πρώτη δοκιμασία πέρασε. Το ηθικό των μαθητών δεν μειώθηκε.

Οι μαθητές φέρουν ευθύνη για αυτές τις ξεροκεφαλιές τους. Έχουν υποχρέωση να τηρούν την τάξη μέσα στο σχολείο. Να αυτοπειθαρχούν. Όμως άραγε μόνο οι μαθητές έχουν την υποχρέωση να αυτοπειθαρχούν; μήπως και οι καθηγητές έχουν το μερίδιο τους, σε αυτή την ευθύνη; η αδυναμία τήρησης της διαδικασίας από τους καθηγητές επιτρέπει την χαλάρωση της μαθητικής πειθαρχίας. Γιατί να μην υπάρχει καθηγητής και να δημιουργηθεί κενή ώρα στο μέσο της μαθητικής ημέρας;

Η διαδικασία της ανάκρισης από τον Διευθυντή τελείωσε. Οι μαθητές φανερά ανακουφισμένοι περίμεναν την απόφαση του.
«Παιδιά έρχεται ο Διευθυντής …..»
«Λοιπόν παιδιά. Δεν θέλετε να αναφέρεται αυτούς που έβγαλαν τις πόρτες και τα παράθυρα. Τόσο το χειρότερο για εσάς. Συνεννοήθηκα και με τους άλλους καθηγητές»
Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα, για να ακουστεί πιο σκληρή η τιμωρία.
«Όλη η τάξη, όλοι σας θα πάρετε τέσσερες ημέρες αποβολή»
Α!! Α!! Α!!
·          Μια μαθήτρια άρχισε να κλαίει.
·          Μια άλλη μάζεψε την τσάντα της και σηκώθηκε να φύγει χαμογελαστή.
·          Μια άλλη ξεκίνησε να λέει, ότι θα γλιτώσει τα μαθηματικά της Τρίτης. Δεν μπορούσε να λύσει τις ασκήσεις.
·          Μια άλλη χτύπησε παλαμάκια. Θα έκανε ταξίδι, εκδρομή με τον πατέρα της στο Λονδίνο.
·          Ένας μαθητής γύρισε το κεφάλι στον διπλανό του και τον παρότρυνε» Νίκο πάμε να παίξουμε τάβλι στον Ηρακλή;»
·          Ένας άλλος μαθητής ακούστηκε να μουρμουρίζει: “έχω διαγωνισμό για το Lower στα Αγγλικά, ευκαιρία να διαβάσω.
·          Ένας άλλος μαθητής ρωτά τον πίσω του: “έχει φέρει καλά έργα το Σινέ Φως; να δω πως θα εξοικονομήσω τα εισιτήρια»
·          Ένας άλλος μαθητής έβγαλε ένα χαρτάκι και έκανε υπολογισμούς «τι κάνεις εκεί Ανδρέα;» “μετράω τις απουσίες μου. Αυτή η αποβολή ήταν απρόβλεπτη. Έχω 102 απουσίες και με 25 ακόμα πάμε στις 127. Στις 130 πηγαίνω για το Φεβρουάριο»

«Κύριε Διευθυντά!» σηκώνει το χέρι της η πρώτη μαθήτρια.
«Τι θέλεις Αναγνωστοπούλου;»
«»Κύριε Διευθυντά τεχνικά δεν γίνεται. Τέσσερις ημέρες και όλη η τάξη αποβολή. Δηλαδή θα σταματήσουν τα μαθήματα;»
«Όχι βέβαια Αναγωνστοπούλου η αποβολή θα είναι εκ περιτροπής. Τέσσερις μαθητές θα πάρουν αποβολή για τέσσερες ημέρες, όταν θα έλθουν αυτοί θα πάρουν οι τέσσερις επόμενοι και ούτω καθεξής»
«Α!! μάλιστα» και άρχισαν μα τρέχουν δάκρυα από τα ματιά της.

Περιμένετε παιδιά. Έχει και συνέχεια. Έρχεται ο Αστυνόμος Πέτρου να ανακαλύψει τον φυσικό αυτουργό του ατυχήματος»

Οι Καθηγητές πρέπει να εμπνέουν τον σεβασμό στους μαθητές όχι με το κύρος που δίνει η θέση τους ή η ηλικία τους, αλλά με τις γνώσεις τους. Σεβασμός και συμμετοχή στις γνώσεις τους, αυτή είναι η βασική λειτουργία της μαθητικής κοινότητας.

***

Ο Αστυνόμος Πέτρου όσο σκεπτόταν την υπόθεση του ατυχήματος της Εμπορικής Σχολής, τόσο στεναχωριόταν. Τώρα!! παιδιά άμυαλα, έκαναν μια ανοησία, θα πρέπει να πληρώσουν γι’ αυτό; και τι σύμπτωση συνθηκών; «Ε!!! Αστυνόμε» του έλεγε μια φωνή μέσα του. Σε βάλανε σε αυτή τη θέση να εφαρμόζεις τη λογική σου, όχι το συναίσθημα. Πρόσεχε…..»
«Κύριε Πέτρου, είναι η ώρα να πάμε στη Σχολή» άνοιξε την ενδιάμεση πόρτα ο Δημήτρης, ο βοηθός του.
«Σε λιγάκι Δημήτρη»
Δεν είχε την έκθεση της Σήμανσης, με όλα τα στοιχεία του ατυχήματος. Δεν άκουγε καλά νέα από το Νοσοκομείο για την υγεία του θύματος και έσφιγγε την καρδιά του.
«Κύριε Πέτρου;»
‘Τι είναι πάλι;»
«Η Σχολή …….. «
«Πάμε Δημήτρη» φώναξε άθελά του, νευριασμένα. Πήρε μαζί του τις σημειώσεις που είχε κρατήσει και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Ο ανελκυστήρας εκείνη τη στιγμή ήταν φυλακή γι’ αυτόν. Όσο κατέβαινε τα σκαλοπάτια, τόσο πίεζε τον εαυτόν του να κάνει γρήγορα. Δεν ήθελε να έλθει αντιμέτωπος με την πραγματικότητα.

«Λοιπόν παιδιά θα ξεκινήσουμε την ανάκριση από τα κορίτσια. Θα έρχονται πέντε, πέντε στην αίθουσα των καθηγητών, για να απαντήσουν στις ερωτήσεις μου. Έχετε υπόψη σας ότι έχω πλούσια και σοβαρά στοιχεία στα χέρια μου. Γνωρίζω τους σκασιάρχες της τάξης από το απουσιολόγιο, πήρα τις πληροφορίες μου από το καφενείο του Ηρακλή. Προσπάθησα να συγκεντρώσω τα βιογραφικά των οικογενειών σας. Όλα αυτά είναι ενδείξεις. Χρήζουν διευκρινίσεων ……….»

«Είσαι η Ζέτα Σμυρναίου»
«Μάλιστα»
«Είδες ποιος έβγαλε τις πόρτες;»
«Όχι»
«Που ήσουν εκείνη τη στιγμή;»
«Στο θρανίο μου»
«Σε ποιο θρανίο;»
«Στο πέμπτο της τρίτης σειράς»
Ο Αστυνόμος πλησίασε τον πίνακα και άρχισε να σχεδιάζει την διάταξη των θρανίων στην τάξη. Ύστερα σχεδίασε κύκλο με το αρχικό της μαθήτριας.
«Τι έκανες;»
«Χάζευα ……..»
«Και δεν είδες ή άκουσες το ξήλωμα της πόρτας; σκέψου λίγο. Περιμένω, δεν βιάζομαι. Έχουμε ολόκληρο το πρωινό, το απόγευμα, τη νύκτα και συνεχίζουμε. Σκέψου. Βοήθησε, για το συμφέρον σου. Δεν θα φύγω από εδώ αν δεν μάθω με λεπτομέρειες, όλες τις κινήσεις των παιδιών της τάξης»
«Δεν θυμάμαι …….»
«Ήταν αγόρια που ξήλωσαν την πόρτα;»
«Ναι»
«Ο Γιώργος ………. που ήταν;»
«Στο θρανίο του»
«Σε πιο θρανίο;»
«Στο πρώτο της πρώτης σειράς» Ο Αστυνόμος πλησίασε τον πίνακα και πρόσθεσε έναν καινούργιο κύκλο.
«Και δεν θυμάσαι ποιοι ήταν όρθιοι;»
«Οι επιμελητές» Ο αστυνόμος πλησίασε τον πίνακα και πρόσθεσε δύο κύκλους.
«Και ποιοι άλλοι;»
«Δεν θυμάμαι»
«Έχεις ακούσει για τη θεωρία της Χάρλεϋ;»
«Έχω»
«Και δεν τρομάζεις»
«Σας παρακαλώ, κύριε Αστυνόμε, σαν λέω ειλικρινά δεν θυμάμαι ………» και άρχισε τα κλάματα.
«Καλά μπορείς να φύγεις. Να πας στην αίθουσα με τους άλλους»

«Είσαι η Δέσποινα Παπακωνσταντίνου»
«Μάλιστα»
«Ποιοι ήταν όρθιοι μέσα στην αίθουσα; η προηγούμενη συμμαθήτρια σου μας είπε, ότι ήσαν οι επιμελητές. Άλλοι ποιοι ήταν όρθιοι;»
«Ο Άρης Γιαννόπουλος και ο Νίκος Αλεξόπουλος»

Είχαν περάσει δύο ώρες έντασης. Ο Αστυνόμος Πέτρου είχε ανακρίνει σχεδόν τριάντα μαθητές, αγόρια και κορίτσια. Δεν είχε καταλήξει σε συμπεράσματα. Όσο πέρναγε η ώρα αγωνιούσε. Ήξερε ότι πλησίαζε η ώρα της αποκάλυψης. Οι πληροφορίες που συγκέντρωνε από την ανάκριση, λίγο, λίγο κατέληγαν στον φυσικό αυτουργό του ατυχήματος. Ο πίνακας με τους κύκλους είχε δείξει τους μαθητές που συμμετείχαν στο ξήλωμα της πόρτα και των παραθύρων.

Οι μαθητές της έκτης τάξης άρχισαν να διαιρούνται σε δύο ομάδες κάτω από το βάρος των περιστάσεων. Η μια ομάδα αντιπροσώπευε του «καλούς στα μαθήματα» μαθητές και η άλλη ομάδα «τους κακούς στα μαθήματα». Ο Γιώργος της «καλής ομάδας» έσπασε. “Έλα ρε Φίλιππα ήσουν επιμελητής, όμως εσύ έβγαλες από τον μεντεσέ την πόρτα. Σε είδα»
«Σοβαρά;»
«Σοβαρά μη με διαψεύδεις»
«Μαρτυριάρη!!!” Ακούγονται πολλές φωνές μαζί. “Προδότη!!!” Άλλη μπάσα φωνή από την άλλη γωνιά της τάξης.

«Παιδιά!! Παιδιά!! Ο Αστυνόμος άρχισε να νευριάζει. Απειλεί με Χάρλευ στο υπόγειο της Ασφάλειας» μπαίνει μέσα την τάξη μια φουριόζα παχουλή μαθήτρια με σοβαρή φωνή «Τα πράγματα αγριεύουν»
«Τα είδατε που σας τα λέω» μπαίνει σαν σφήνα ο Γιώργος της «καλής ομάδας». «Εγώ με τίποτα δεν κατεβαίνω τα σκαλοπάτια στο υπόγειο της Ασφάλειας. Μαρτυράω και ………. τη μάνα μου»
Ο Φίλιππας παίρνει το λόγο:
«Το πρόβλημα δεν είναι ποιος ξήλωσε τις πόρτες και τα παράθυρα, αλλά ποιος ξήλωσε αυτό, το συγκεκριμένο παράθυρο, που έπεσε στο πεζοδρόμιο και κτύπησε τον περαστικό. Γαμώτο, εκείνη τη στιγμή βρέθηκε και αυτός να περνάει;     «
«Ποιος από όλα τα αγόρια το ξήλωσε;»

Βαρειά σιωπή έπεσε στην τάξη. Ο ένας κοίταζε στον άλλο. Ο Φίλιππας γύρναγε τα μάτια του σε κάθε έναν:
«Νίκο; Πέτρο; Γιώργο; Μερκούρη; Άρη; ………..»
Όλοι ένευσαν αρνητικά.
«Γαμώτο μου. Τι κάνουμε τώρα;»

Μια αυστηρή φωνή διακόπτει. Ο καθηγητής των Αρχαίων εμφανίστηκε στην πόρτα:
«Να έλθει στη αίθουσα ανακρίσεων ο Φίλιππας, ο Νίκος, ο Γιώργος, ο Μερκούρης, ο Άρης. Εντολή του Αστυνόμου»
«Καλά κύριε καθηγητά, εγώ ανακρίθηκα, πάλι;» λέει ο Γιώργος της «καλής ομάδας»
«Ναι πάλι, χωρίς κουβέντες»
« Όχι δεν έρχομαι, δεν μπορώ να αντέξω άλλο αυτή την πίεση. Θα φωνάξω τον πατέρα μου. Θέλω τον πατέρα μου»
«Ηρέμησε. Αν δεν φταις, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα»
«Ελάτε παιδιά τελειώνουν οι ανακρίσεις. Ο Αστυνόμος πιστεύει ότι έφτασε το τέλος. Ελάτε ……..»

«Είσαι ο Φίλιππας, ο Νίκος, ο Μερκούρης, ο Γιώργος, ο Κώστας, ο Άρης» Ο Πέτρου κάθε φορά που ανέφερε το όνομα μαθητή, τον κοίταζε στα μάτια, να τον αποτυπώσει στη μνήμη του. Να βάλει το μυαλό του να δουλέψει προς την κατεύθυνση της λύσης. Ύστερα έριχνε ματιές στις σημειώσεις του:
·          στο όνομα Φίλιππας : πολλές αποβολές αυτό το παιδί. Διαξιφισμούς με τους καθηγητές. Ήταν άριστος μαθητής στα Λογιστικά και στα Μαθηματικά. Ήθελε να νοιώθει ελεύθερος
·          στο όνομα Άρης : αθλητικός τόπος. Έπαιρνε μέρος σε αθλητικά αγωνίσματα. Αυτοελεγχόμενος με επιτυχία στον θηλυκό πληθυσμό.
·          Στο όνομα Ανδρέας: αδιαφορούσε για την επίδοσή στα μαθήματα του. Το βλέμμα του ήταν από τώρα στραμμένο στη θάλασσα
·          Στο όνομα Μερκούρης: η πεποίθηση στις γνώσεις του, τον έκαναν να κερδίζει την πρωτιά στην παράδοση της κόλλας σε κάθε διαγώνισμα. Είχε σοβαρό ερωτικό δεσμό και πήγαινε για γάμο
·          Στο όνομα Πέτρος: αθλητικός τύπος με περιορισμένη αντίληψη. Γνώριζε μόνο την στρογγυλή μπάλα και το περιβάλλον της. Διάβαζε αλλά δεν απέδιδε
·          Στο όνομα Γιώργος: στο διάβασμα είχε παραχωρήσει την ψυχή του από καιρό. Οι συμμαθητές του τον έλεγαν «σπασίκλα». Ήθελες τις λύσεις τις άλγεβρας θα πήγαινες σε αυτόν. Ήθελες περίληψη της ιστορίας σε αυτόν.

«Εσύ Φίλιππα έβγαλες το ένα φύλλο της πόρτας, εσύ Άρη έβγαλες το άλλο φύλο της πόρτας, εσύ Ανδρέα πήδηξες από το παράθυρο να πας στο καφενείο του Ηρακλή, εσύ ………»
«Κύριε Αστυνόμε τηλέφωνο από τη Σήμανση» λέει ο Δημήτρης, ο βοηθός του.
«Ναι ….. διάβασέ μου την έκθεση. Ο Πέτρου άκουγε με σφιγμένο το πρόσωπο. Όλοι οι παρευρισκόμενοι προσπαθούσαν να φανταστούν τη συζήτηση. Κάποια στιγμή τελείωσε το τηλέφωνο. Ο Αστυνόμος Πέτρου κατέβασε το ακουστικό με προσοχή, λες και φοβόταν μην σπάσει. Προτού ανοίξει το στάμα του, το τηλέφωνο ξανακτύπησε. Σήκωσε το ακουστικό ο Δημήτρης.
«Αυτή τη φορά είναι ο Διευθυντής του Τζανείου»

«Ναι ευχαριστώ Γιατρέ. Να είσαι καλά»
Γυρνά στο ακροατήριο με διάθεση:
«Νεαροί μου κύριοι, αυριανοί ακαδημαϊκοί πολίτες, τα πράγματα πήραν ευχάριστη τροπή για μένα και για σας. Ο φυσικός αυτουργός, αυτός που ξήλωσε το παράθυρο είναι ……………. το ίδιο το παράθυρο και ο δυνατός αέρας. Η Σήμανση απεφάνθη ότι είχε σκουριάσει ο μεντεσές μέσα στο σάπιο ξύλο. Έτσι ο ισχυρός άνεμος που φύσηξε εκείνη την ώρα, παρέσυρε το φύλλο και το πέταξε στο δρόμο. Το παράθυρο φονιάς ολοκλήρωσε τον κύκλο του»

Α!! Α!! Α!! με μια φωνή έκαναν όλα τα παιδιά. Ευχαριστούμε. Θα το θυμόμαστε για όλη μας τη ζωή
«Κύριε Αστυνόμε μια παράκληση” παρεμβαίνει ο Φίλιππας “Μην πείτε στον Διευθυντή, ποιοι έβγαλαν τις πόρτες και τα παράθυρα. Θα μας γεμίσει αποβολές»
«Δεν απαντάω σε τέτοιες παρακλήσεις» και χαμογέλασε με νόημα.
«Παιδιά δύο λεπτά. Το ευχάριστο είναι ότι και το θύμα ξέφυγε τον κίνδυνο. Θα γίνει τελείως καλά, είναι θέμα χρόνου»



ΤΕΛΟΣ


Σημ: Οποιαδήποτε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι εντελώς συμπτωματική

Δείτε πίνακα διηγημάτων στην Ανάρτηση της 6/5/2014

Το Πρώτο μου Σκασιαρχείο (Αστυνομικό Διήγημα) 8 Μαΐου 2014




Το Πρώτο μου Σκασιαρχείο (Αστυνομικό Διήγημα) 8 Μαΐου 2014


Διηγήματα
Με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Πέτρο Πέτρου,
τον απλησίαστο 2Π

1.Οι Νεαροί Επιβήτορες
2.Φαλτσέτα χωρίς Αίμα
3.Ο Γρηγόρης ο Γόης
4.Παράθυρο Φονιάς
5.Το Πρώτο μου Σκασιαρχείο
6.Αεροπορική Χρηματαποστολή
7.Εργατικό ατύχημα
8.Το Παρκάρισμα
9.Ο Μπαμπίτης ο Μάγκας
10.Κληρονομητήριο
Επιδρομή στο Νεκροταφείο






Ο Φίλιππας περπάταγε την Αγίου Όρους πρωί, πρωί και ήταν κατσουφιασμένος. Είχε επιταχύνει το βήμα του για να προφτάσει το σχολείο. Ήταν μαθητής της Τετάρτης Τάξης του Δημοτικού. Ο πατέρας του τον είχε γράψει σε Ιδιωτικό Δημοτικό. Εκείνη την εποχή γύρω στο 1949/50, η Ελλάδα μόλις είχε ξυπνήσει από τον λήθαργο του εμφύλιου πολέμου. Τα Δημόσια Δημοτικά Σχολεία θεωρούντο ανεπαρκή, άργησαν να οργανωθούν και να προσφέρουν την απαραίτητη μόρφωση στα Ελληνόπουλα, για την μεσαία ανερχόμενη τάξη.

Το κατσούφιασμα του Φίλιππα τον τελευταίο καιρό ήταν σύνηθες φαινόμενο. Η μάνα του, καθώς έλεγαν, ήταν άρρωστη.
Την έπιανε μια μελαγχολία πολλές φορές ή έβαζε τις φωνές στα καλά του καθουμένου. Σήμερα είχε την ημέρα της η μάνα του και δεν τον ξύπνησε νωρίς για το σχολείο. Σηκώθηκε, πλύθηκε, ήπιε λίγο γάλα μόνος του, πήρε την τσάντα του και βγήκε στο δρόμο του σπιτιού τρέχοντας. Έστριψε αριστερά την Αγίου ¨Όρους για να πάρει την Σπάρτης. Τέσσερα στενά πιο πάνω ήταν το Σχολείο του. Έπρεπε και να προσέχει τα τραμ της διαδρομής Πειραιά – Πέραμα που πήγαιναν και ερχόντουσαν.

Είχε βρέξει από βραδύς και στον χωματόδρομο είχαν δημιουργηθεί μικρές λακκούβες από νερό. Ο δεκάχρονος Φίλιππας πότε πήδαγε αριστερά, πότε πήδαγε δεξιά. Με κάθε τρόπο απέφευγε να πατήσει στις νερολακκούβες. Τα παπούτσια του ήταν καινούργια. Την περασμένη εβδομάδα είχαν κατέβει στον Πειραιά με τον πατέρα του και τα αγόρασαν. Πίεσε τον εαυτό του να τρέξει. Θέλησε να ξεχάσει το κατσούφιασμα και την αδιαθεσία του και πήδαγε, σχεδόν έτρεχε, περισσότερο από ότι έπρεπε. Είχε και την αγωνία μήπως δεν προλάβει στο Σχολείο του. Δεν είχε κοιτάξει καλά την ώρα, όταν έφευγε από το σπίτι, όμως ήταν σίγουρος ότι είχε φύγει αργά, κάτι διαισθανόταν από το περιβάλλον που περνούσε. Άλλοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν στον δρόμο, τα μαγαζιά της στάσης του Τραμ είχαν ανοίξει και έβγαζαν τα τραπεζάκια τους στο πεζοδρόμιο. Το κουρείο, εκεί που τον κούρευε ο πατέρας του, άνοιγε τα ρολά του. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ανησυχούσε!!

Το σχολείο που πήγαινε είχε μια μεγάλη ξύλινη επιγραφή απέξω με τον τίτλο «Σχολή Στέγκα και Γκίκου». Διάβασε για χιλιοστή φορά την επιγραφή και προχώρησε προς την πόρτα που έμπαιναν όλοι οι μαθητές. Την έβλεπε, έτσι λοξά από το απέναντι πεζοδρόμιο που περπατούσε. Ήταν μια μαύρη πελώρια σιδερένια πόρτα. Έφταναν να περάσουν έξη, επτά μαθητές μαζί. Έβλεπε το μαύρο φόντο της πόρτας. Μαθητές με ποδιές δεν έβλεπε. Το ήξερε ότι είχε αργήσει, αλλά δεν περίμενε και αυτή τη νέκρα, απέξω από το σχολείο.

Πλησίασε την πόρτα και προσπάθησε να την ανοίξει. Ήταν κλειδωμένη. Προσπάθησε πάλι. Η πόρτα δεν υποχώρησε. Κοίταξε δεξιά του, κοίταξε αριστερά του, δεν είδε ψυχή. Τώρα τι να κάνει;

Ξανακτύπησε τη σιδερένια πόρτα, μήπως υπήρχε κανείς να του ανοίξει. Μάταια όμως. Δεν φαινόταν ψυχή πίσω από την πόρτα. Δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος. Δεν σκέφτηκε να πάει από την επίσημη δεύτερη πόρτα του σχολείου, ήταν στα τριάντα μέτρα, στα δεξιά του. Από την επίσημη πόρτα έμπαιναν συνήθως οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, είχε και εξατάξιο Γυμνάσιο η Σχολή και οι γονείς. Στα τέσσερα χρόνια που φοιτούσε σε αυτό το Σχολείο, ζήτημα ήταν, αν διάβηκε αυτή την επίσημη πόρτα δύο ή τρεις φορές. Ήταν κάτι σαν απαγορευμένη είσοδο για τους μαθητές. Ο Φίλιππας είχε προχωρήσει την ιδέα ακόμα πιο πέρα στο μυαλό του, την είχε αφαιρέσει από το μυαλό του. Ο Φίλιππας συνήθιζε να χρησιμοποιεί αυτή την τακτική με τον εαυτό του. Του απαγόρευαν κάτι, το αφαιρούσε από το μυαλό του. Τον στεναχωρούσε κάτι το αφαιρούσε από το μυαλό του, σαν να μην υπήρχε μνήμη γι’ αυτά τα απαγορεύεται και τα στενάχωρα πράγματα. Για παράδειγμα αφαιρούσε τη στεναχώρια για τη μάνα του, όταν ήταν σχολείο. Ήταν ένα παιδί με θέληση, με δύναμη μέσα του. Χρησιμοποιούσε το μυαλό του για πράγματα που ήθελε. Έτσι απλά σαν εργαλείο.

Περίμενε πέντε, δέκα λεπτά και άρχισε να βηματίζει άσκοπα πέρα από το σχολείο, στο πουθενά. Πήρε την οδό Δράμας και άρχισε να βλέπει γύρω του τα σπίτια. Η τσάντα του ήταν πάνινη και περαστή στον ώμο του. Δεν τον δυσκόλευε το βάρος της. Άλλωστε, εκείνη την εποχή, τα βιβλία ήταν λιγοστά για τους μαθητές. Ένα αναγνωστικό, ένα θρησκευτικό, ένα βιβλίο Ιστορίας και πολλά τετράδια με την προϋπόθεση ότι ο μαθητής είχε την οικονομική ευχέρεια να αγοράσει βιβλία. Τα βιβλία στα Δημόσιο Δημοτικά ήταν ανύπαρκτα. Στα Ιδιωτικά Δημοτικά υπήρχαν κάποια βιβλία που εκδίδονταν από τοπικά βιβλιοπωλεία. Ο Γκίκος ιδιοκτήτης της Σχολής είχε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο του Γερογιάννη. Εκεί κοντά στην Αγχιάλου, στον μοναδικά κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο.

Χαζεύοντας πότε από εδώ, πότε από εκεί, ο Φίλιππας πήγε στις πέρα γειτονιές. Για πρώτη φορά έβλεπε με ενδιαφέρον τα σπίτια γύρω του και τις μάντρες με τις μεγάλες βαριές αυλόπορτες. Απέφευγε να περνάει από δρόμους που είχε περάσει με τον πατέρα του και προπαντός με τη μάνα του. Δεν ήξερε τι μπορούσε να γίνει. Αν συναντηθεί με τη μάνα του τυχαία; ποια δικαιολογία θα βρει να της πει; κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι έκανε κάτι κακό. Άρχισε να κοκκινίζει και να αγχώνεται από την τιμωρία που τον περίμενε. Είχε ακούσει μαθητές του Γυμνασίου, στην αυλή της Σχολής Γκίκου, μια περίεργη λέξη που χρησιμοποιούσαν για τέτοιες περιπτώσεις. Την ξεχνούσε. Την έλεγαν ειρωνικά «ήμουν άρρωστος» την «έκανα κοπάνα», «είχα πυρετό» «αρρωστοφαγιά». Άλλοι μαθητές Γυμνασίου την έλεγαν με το όνομά της «σκασιαρχείο». Λες να έκανε και ο Φίλιππας σκασιαρχείο; μα αυτός ήθελε το σχολείο, του άρεσε, τον απασχολούσε ευχάριστα,. Τον μάγευαν οι γνώσεις που έπαιρνε από το σχολείο. Δεν ήθελε να την κάνει «κοπάνα», ότι έγινε ήταν από σύμπτωση. Μια η μελαγχολία της μάνας του, μια που άργησε να ξυπνήσει και ας φώναζε ο πατέρας του: «Γλυκός ο ύπνος το πρωί, γδυτός ο κ ……. τη Λαμπρή», μια η κλειστή πόρτα, μια η επιθυμία του να γνωρίσει το …… άγνωστο, έγινε άθελα σκασιάρχης.

«Παιδιά να παίξω και εγώ χαρτάκια;» ρωτά ο Φίλιππας μια παρέα από παιδιά της ηλικίας του. Είχε φτάσει σε μια γειτονιά προς το Νεκροταφείο της Ανάστασης.
«Έχεις χαρτάκια;»
«Έχω» και αφήνει κάτω την τσάντα, την ανοίγει και βγάζει ένα πακετάκι από χαρτάκια με απεικονίσεις τους ποδοσφαιριστές της εποχής. «Μουράτης», «Μαρόπουλος», «Μανταλόζης».
«Τι παίζεται;»
«Πλακωτό»
«Και εγώ στη σειρά»
«Σειρά μου, σειρά σου, σειρά του, ξανά ……….»

«Σταμάτα. Τα πήρα. Μαρόπουλος, Μαρόπουλος. Κέρδισα «και παίρνει ο τυχερός την αρμαθιά που είχε συγκεντρωθεί στο πεζοδρόμιο».

Ο Φίλιππας είχε και το νου του στην ώρα. Να μην περάσει και δεν πάει στο σπίτι. Αν το καταλάβει η μάνα του θα τις αρπάξει. Η ώρα περνούσε και ο Φίλιππας ρωτούσε τους περαστικούς.
«Έχετε ώρα;»
«Έχετε ώρα;»
«Έχετε ώρα;»

Με το σχόλασμα των συμμαθητών του ο Φίλιππας ήταν στη γωνία του Σχολείου του. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του μαζί με τους φίλους του. Η δικαιολογία που τους έλεγε δεν έβγαινε καθαρή μέσα από τα δόντια του, <άργησα, είχα μια δουλειά, αρρώστησα>. Η πρώτη του δουλειά ήταν να εξασφαλίσει τα μαθήματα που παράδωσε η δασκάλα. Να σημειώσει την αντιγραφή, την ορθογραφία. Κάθισε και αντέγραψε βιαστικά τα προβλήματα της αριθμητικής. Ρώτησε αν είχαν κανένα ποίημα για αύριο; αυτό ήταν το μαρτύριό του. δεν είχε την ικανότητα να αποστηθίζει ούτε μια πρόταση. Ας είναι. Συνέχισε τη διαδρομή μέσω Σπάρτης, Αγίου Όρους, Υπαπαντής για την μεγάλη πράσινη πόρτα του σπιτιού του. Κτύπησε και του άνοιξε η μάνα του. Την κοίταξε κρυφά, όμως εξεταστικά αλλά δεν ανακάλυψε τίποτα το διαφορετικό από τις άλλες ημέρες. Ίδιες κινήσεις, ίδια μελαγχολία στα μάτια της.
«Να σου βάλω φαγητό Φίλιππα;»
«Τι έχεις μαμά;»
«Κεφτεδάκια με μελιτζάνες τηγανιτές»
«Καλά μαμά, βάλε»

Από μέσα του ησύχασε. Ευτυχώς που η μάνα του δεν πήρε είδηση για τη σημερινή κακή πράξη. Θα έτρωγε ξύλο της χρονιά του. Φαινόταν μια σκληράδα στην μάνα του όταν τον έδερνε. Δεν μπορούσε να κατανοήσει το γιατί. Παρασυρόταν από τις άγριες πονεμένες φωνές του, και έδερνε περισσότερο, χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί.

Ο Φίλιππας έφαγε τα κεφτεδάκια του με μια ή δύο μελιτζάνες.

Οι τελευταίες δεν του άρεσαν καθόλου και άνοιξε τα βιβλία του, να διαβάσει. Έβαλε στο τραπέζι το αναγνωστικό, το τετράδιο της γραφής και το τετράδιο της αριθμητικής. Έγραφε την αντιγραφή της επόμενης ημέρας και κοίταζε το ρολόι της τραπεζαρίας. Περίμενε να πάει η ώρα τέσσερις παρά δέκα, να πάει πάλι στο Σχολείο. Ήταν η απογευματινή παρακολούθηση για δύο ώρες. Το απόγευμα έκαναν μάθημα δύο ώρες 4 έως 6 εκτός από την Τετάρτη και το Σάββατο. Η Τετάρτη ήταν ωραία ημέρα για να βγαίνει στην Αλάνα, στο σπίτι του και να παίζει, όμως το Σάββατο ήταν αξεπέραστη ημέρα, είχε το απόγευμα ολόκληρο δικό του με πρόσθετη αναμονή την Κυριακή.

Ούτε η μάνα του, ούτε ο πατέρας του τον βοηθούσαν στα καθημερινά μαθήματα. Τα κατάφερνε μόνος του. Ήταν έξυπνος μαθητής. Θα μπορούσε να ήταν άριστος, αν ήταν επιμελής. Μια φορά δεν μπορούσε να λύσει ένα πρόβλημα της Αριθμητικής. Ζήτησε την βοήθεια του πατέρα του. Μόλις είχε έλθει από τη δουλειά του. Το πρόβλημα της Αριθμητικής τον μπέρδευε. Ο Πέτρος είχε 5 πορτοκάλια, ο Νίκος είχε 4 πορτοκάλια περισσότερα από τον Πέτρο. Πόσα πορτοκάλια είχαν και οι δύο μαζί; αυτό το <περισσότερα>, τον μπέρδευε και τον αναστάτωνε.

Ο πατέρας του άκουσε το πρόβλημα με αδιαφορία. Είχε τις σκοτούρες της δουλειάς του. Δεν χώραγαν άλλες στο κεφάλι του. Όταν κατάλαβε ότι ο Φίλιππας τελείωσε να του μιλά, γύρισε και τον κοίταξε με βλέμμα αυστηρό. Περίμενε λιγάκι να κατασταλάξει ο απόηχος της κουβέντας του Φίλιππα, σήκωσε το χέρι του και του έριξε δύο χαστούκια. Μέσα στον κρότο του δεύτερου χαστουκιού άκουσε να του λέει: "εγώ σε στέλνω στο Ιδιωτικό Σχολείο για να σε μάθουν γράμματα. Άμα ήταν αλλιώς θα σε μάθαινα μόνος μου" και γύρισε να ασχοληθεί με το φόρεμα της πιζάμας του.

Ο κίνδυνος να μάθουν ότι δεν πήγε σχολείο φάνηκε να είναι μικρός. Η μάνα του δεν μπορούσε να ανακαλύψει ότι δεν πήγε σχολείο το πρωί. Φυσικά ούτε ο πατέρα του. Σε αυτό ήταν τυχερός.

Φίλιππα έλα εδώ!!!"
"Μάλιστα κύριε"
"Γιατί δεν ήλθες σχολείο το πρωί;" τον ρωτά ο δάσκαλος, ο κύριος Νίκος Γκίκος, που ήταν και συνιδιοκτήτης της Σχολής.
Ο Φίλιππας κατεβάζει το πρόσωπο και δεν απαντά. Περιμένει την επόμενη κουβέντα από τον δάσκαλο.
"Μήπως ήσουν άρρωστος;"
"Όχι κύριε"
"Μήπως δεν σε άφησε η μητέρα σου να έλθεις;"
"Όχι κύριε...…….."
"Μήπως συνέβη τίποτα κακό στο σπίτι σου και δεν ήλθες;"
Ο μικρός Φίλιππας δεν απάντησε. Έμεινε με το στόμα κλειστό.

Ήταν τέσσερις και δέκα η ώρα το απόγευμα και όλα τα απιδιά είχαν μπει στην τάξη για να κάνουν μάθημα με την δασκάλα. Μαζί όμως με την δασκάλα μπαίνει και ο κύριος Νίκος, ο ιδιοκτήτης της σχολής. Αυτός τους έκανε μόνο αριθμητική. Όλα τα άλλα μαθήματα τα δίδασκε η καθημερινή τους δασκάλα. Αυτό ήταν το σύστημα του Σχολείου. Από την τρίτη τάξη Δημοτικού δίδασκε εναλλάξ ο κύριος Νίκος Γκίκος ή ο κύριος Δημήτριος Στέκας την αριθμητική και την έκτη τάξη την αναλάμβαναν εξ ολοκλήρου σ’ όλα τα μαθήματα. Αυτό επέτρεπε την γνωριμία με τον μαθητή, για πολλή μεγάλο χρονικό διάστημα με τις ανάλογες ευεργετικές επιδράσεις.

Ο Φίλιππας είχε σηκωθεί όρθιος μπροστά στην έδρα και από δεξιά αντίκριζε τα θρανία με τα παιδιά και μπροστά του ευθεία τη δασκάλα και τον <φοβερό> κύριο Νίκο.

Ο δάσκαλος άρχισε να εκνευρίζεται.
"Ήλθες λοιπόν στο σχολείο"
""Μάλιστα ήλθα"
"Μήπως άργησες και δεν πρόλαβες την προσευχή;"
"Μάλιστα"
"Γιατί δεν μπήκες στην τάξη σου;"
"Ήταν η πόρτα κλειστή"
"Κτύπησες να σου ανοίξουν;"
"Κτύπησα, αλλά ο επιστάτης δεν ήταν εκεί να μου ανοίξει"
"Γιατί δεν επέμενες περισσότερο;"

Ο Φίλιππας σφάλισε το στόμα του. Δεν ήξερε τι να απαντήσει.
"Γιατί δεν μπήκες από την επίσημη πόρτα;"
Ο Φίλιππας πάλι δεν άνοιξε τα χείλη του.
"Και έφυγες γυρνώντας από εδώ και από εκεί;"
Συνέχισε ο Φίλιππας να μην μιλά.
"Έκανες σκασιαρχείο λοιπόν. Ξέρεις πια είναι η τιμωρία για αυτές τις περιπτώσεις;"

Ο Φίλιππας κατέβασε ακόμα πιο κάτω το κεφάλι και περίμενε την τιμωρία του. Ήξερε ότι θα φάει ξύλο. Είχε δει παρόμοια τιμωρία σε αγόρια μεγαλύτερης τάξης.
"Φώναξε μου το κυρ- Μήτσο τον επιστάτη"
"Μάλιστα κύριε" λέει ο μικρός Φίλιππας. Με το μυαλό του σκέφτεται ότι θα καλέσει τον άνθρωπο που θα συμβάλει στην τιμωρία του. Η συνάντηση με το μοιραίο ...………

Ναι κύριε Νίκο. Ακούω εντολές" μπαίνει στην αίθουσα διδασκαλίας ο επιστάτης δειλά.
"Κόψε μια βίτσα από την τζιτζιφιά της αυλής. Έχω να τιμωρήσω σήμερα μαθητή. Να είναι λιγάκι χοντρή και να μην έχει πολλά εξογκώματα. Να πονά λιγότερο"
"Ναι κύριε Νίκο. Σε λίγο θα την έχετε"

Η αυλή του Σχολείου ήταν αρκετά μεγάλη και τετράγωνη. Οι αίθουσες ήταν κτισμένες σε σχήμα γάμα κεφαλαίο, στην γωνία του οικοδομικού τετραγώνου Σπάρτης και Δράμας. Αυτή η διάταξη επέτρεπε να σχηματίζεται μια αυλή που εξυπηρετούσε να αυλίζονται στα διαλείμματα τρακόσα με τετρακόσια παιδιά. Σε μια άκρη ήταν κτισμένο ένα χαμηλοτάβανο δωμάτιο με το μικρό κυλικείο. Πουλούσε τα κουλούρια. Αυτό το δωμάτιο ήταν και ένας είδος θυρωρείου για τον έλεγχο των εισερχομένων μαθητών ή γονέων στο εσωτερικό του σχολείου. Οι αίθουσες έβγαιναν προς την αυλή σε ένα πεζοδρόμιο με ένα σκαλοπάτι πολύ υψηλό. Στην ακριβώς απέναντι γωνιά της Αυλής, είχε ξεμείνει μια τζιτζιφιά. Άγνωστο γιατί, αυτό το δένδρο ήταν το μοναδικό στο χώρο της Αυλής. Είχε γίνει θρύλος. Ιδιαίτερα όταν ήταν στην φυλλοβολία της.

Ο Γκίκος συχνά χρησιμοποιούσε τις ευθείες γυαλιστερές βέργες του για να τιμωρήσει μαθητές. Αντίθετα ο Στέγκας χρησιμοποιούσε για να τιμωρήσει του μαθητές του τον ξύλινο χάρακα. Οι μαθητές δεν άγγιζαν το δένδρο, το θεωρούσαν ιερό. Τους προξενούσε πόνο και το αντιμετώπιζαν σαν ζωντανό υπερφυσικό πλάσμα. Δεν έριχναν το πταίσμα σε αυτόν που χειριζόταν την βέργα, τον δάσκαλο, αλλά στο δένδρο που του έδινε το δικαίωμα, να έχει βέργα και να τιμωρεί.

Απλή λογική, ο πόνος προέρχεται από την βέργα, άρα φταίει το δένδρο που βγάζει τη βέργα.

«Α!!! ωραία, να και η βίτσα. Λοιπόν Φίλιππα θα φας είκοσι ξυλιές στο χέρια. Αυτή είναι η τιμωρία για τον μαθητή που απουσιάζει αδικαιολόγητα από το Σχολείο………»
Ο Φίλιππας δεν μπορούσε να καταλάβει το νόημα του <αδικαιολόγητα>. Ήλθε στο Σχολείο, κτύπησε την πόρτα, δεν του άνοιξαν και έφυγε. Γιατί οι μεγάλοι άνθρωποι φτιάχνουν λέξεις με μπερδεμένα νοήματα. Να θυμηθεί, όταν πάει στο σπίτι του να βρει στο λεξικό την ερμηνεία της λέξης <αδικαιολόγητα>. Ότι έκανε, δεν το έκανε με σκοπιμότητα. Έτσι απλά τον παρέσυρε η φορά των πραγμάτων.

«Σήκωσε το δεξί χέρι πρώτα. Ύστερα το αριστερό. Έτσι μπράβο» με τη βίτσα στο χέρι ο δάσκαλος έδινε τις κατάλληλες οδηγίες για να εφαρμοσθεί, κομψά, η τιμωρία. Ακούστηκε άχρωμη η φωνή του:
«Μία ……….»
Με την επαφή που έκανε η βίτσα στο χέρι του Φίλιππα ήλθε ο πόνος στο μυαλό του. Προσπάθησε να αδιαφορήσει. Χρησιμοποίησε την αφαιρετική μέθοδο που ήξερε. Στο βάθος του μυαλού άκουσε:
«Δύο …….»
Ένας δεύτερος εξ ίσου δυνατός πόνος πέρασε στο μυαλό του. Άπλωσε πάλι το δεξί χέρι ασυνείδητα. Η φωνή συνέχισε να μετρά.
«Τρεις …….. τέσσερις, πέντε»
Ο Φίλιππας δεν ένοιωθε πλέον κανένα πόνο. Τον συνήθισε; τον υπόφερε; τον έδιωξε; δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε μέσα του. Κάποια στιγμή σταμάτησε να ακούει το μέτρημα της φωνής. Δεν μπορούσε να το παρακολουθήσει. Το άγγιγμα της βίτσας δεν επαναλήφθηκε. Κοίταξε τα χέρια μπροστά του. Είχαν διπλασιαστεί σε πάχος. Φάνταζαν πελώρια. Είχαν γίνει σαν φραντζολάκια. Ήξερε ο τιμωρός, ότι μετά τις είκοσι βιτσιές δεν καταλαβαίνεις πόνο, αντιλαμβάνεσαι ένα άγγιγμα και τίποτε άλλο. Γι’ αυτό σταματούσε στο είκοσι, ο πόνος δεν ξαναεμφανιζόταν έντονος.

Είχε πάρει το ρυθμό του και είχε καλύψει το στόχο του. Ο τιμωρημένος δεν πονούσε περισσότερο, πονούσε συνέχεια.

«Φίλιππα, κάτσε στο θρανίο σου» άκουσε τη φωνή της δασκάλας του. Σαν αυτόματο προχώρησε στον διάδρομο για το τελευταίο θρανίο. Ήταν μόνιμος φίλος του τελευταίου θρανίου. Το λάτρεψε από τη πρώτη φορά που μπήκε σε σχολική αίθουσα. Ορκίστηκε μαζί του, να είναι παντοτινοί φίλοι, όσα χρόνια και αν χρειαστεί να κάθονται μαζί μέσα σε σχολική αίθουσα. Έβλεπε μπροστά του όλα τα γεγονότα της τάξης. Γιατί να χάνει το θέαμα της σαΐτας, γιατί να χάνει τα πρόσωπα των συμμαθητών του, γιατί να χάνει το σκονάκι των φίλων του, μόνο και μόνο για να αφοσιωθεί στα μάθημα που λέει ο δάσκαλος; Ήθελε μια πιο σφαιρική εικόνα της μαθητικής του ζωής. Πήγαινε στο σχολείο για να μάθει, αλλά και να γνωρίζει την συντροφικότητα, την παιδική ασχήμια, την αταξία, την εξαπάτηση με το σκονάκι, την άμυλα, τον πρωταγωνισμό.

Ο κύριος Νίκος προτού φύγει από την τάξη του Φίλιππα έβγαλε ένα μικρό λόγο για τη χρησιμότητα του σχολείου, για τους χρηστούς πολίτες, για τον αναγκασμό του να τιμωρεί τα παιδιά που κάνουν αταξίες ή κακές πράξεις. Δεν θέλει έλεγε, να τιμωρεί τους μαθητές, αλλά επιβάλλεται. Και συνέχισε:
Ο συμμαθητής σας έχει καλή επίδοση στα μαθήματα του, ιδιαίτερα στην αριθμητική. Θυμάμαι ένα πρόβλημα που έλυσε μόνος του, ενώ κανένας άλλος από την τάξη δεν πέτυχε να το λύση. Είναι αλήθεια ότι έχει μαθηματική σκέψη και μπορεί να προχωρήσει σε σύνθεση σκέψεων για μαθήματα, που δεν έχει διδαχθεί. Θυμάμαι, την αμηχανία όλης της τάξης να βρει τη λύση του προβλήματος και τον Φίλιππα να σηκώνει το χέρι να δώσει την άποψη του, που ήταν και σωστή. Ακόμα γνωρίζω ότι ο Φίλιππας σπάνια έλεγε την άποψη του και πολύ πιο σπάνια σήκωνε το χέρι για οτιδήποτε ερώτημα έβαζε η δασκάλα. Όταν όμως του το ζητούσαν η απάντηση συνήθως ερχόταν σωστή. Αυτό όμως δεν μου δίνει το δικαίωμα να τον συγχωρήσω για το σκασιαρχείο που έκανε …………

Ο Φίλιππας άκουγε και δεν καταλάβαινε. Τοποθέτησε τα χέρια του με τις παλάμες προς την οροφή της αίθουσας για να ξεπρηστούν. Ήλπιζε να μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει μέχρι την ώρα που σχολνούσαν.

Ένα μεγάλο ερωτηματικό διαμορφωνόταν μέσα του. Αυτό που φοβόταν έγινε. Ήλθε η τιμωρία από το σχολείο. Η τιμωρία από το σπίτι ποια θα ήταν; έπρεπε να είχε χρόνο να το σκεφθεί. Αν ήταν πιο σκληρή, πιο βασανιστική; σκεπτόταν την καρφίτσα και την αγριάδα στα μάτια της μάνας του, τα δυνατά χέρια και το λουρί του πατέρα του και αγρίευε περισσότερο.

***

Ο Αστυνόμος Πέτρος Πέτρου της Διεύθυνσης Πειραιώς καθόταν νωχελικά στα γραφείο του, στον έκτο όροφο γωνία Βασ. Κωνσταντίνου και Τσαμαδού. Τακτοποιούσε τα υπηρεσιακά του έγγραφα και σκεπτόταν το Σαββατοκύριακο που θα ερχόταν. Είχε προμηθευτεί φυτώρια για μαρούλια και σπόρους από σπανάκι. Ετοιμαζόταν να πάει στο εξοχικό του, κοντά στην Χαλκίδα, αν όλα πήγαιναν καλά στην Υπηρεσία. Θα έπαιρνε τη γυναίκα του και τα δύο κουτσούβελα που είχε αποκτήσει μαζί της και θα πήγαινε για «γεωργικές ενασχολήσεις>, όπως του άρεσε να αποκαλεί την απασχόλησή στο κτήμα του. Θα φορούσε την <τίμια στολή του αγρότη> και θα ίδρωνε μέχρι να σκάψει τα είκοσι, είκοσι πέντε τετραγωνικά μέτρα να φυτέψει τα λαχανικά του. Θυμάται ένα Σαββατοκύριακο, θα ήταν Φεβρουάριος μήνας και είχε χιονίσει στην περιοχή. Η ημέρα φαινόταν ηλιόλουστη από το πρωί.

Ήταν στο εξοχικό του, στην μεγάλη του βεράντα και απολάμβανε τον ήλιο μέσα σε ένα τοπίο από χιόνι. Κάποια στιγμή φωνάζει τη γυναίκα του και της έδωσε δύο χούφτες, από το σπανάκι του. “Κάνε μια βρασιά θα το φάμε εδώ στον ήλιο”. Είχε δίκιο. Το σπανάκι ήταν νοστιμότατο. Έχουν περάσει χρόνια, όμως τη νοστιμιά του ακόμα τη φέρνει στη μνήμη του.

«Κύριε Πέτρο» μπαίνει μέσα στο γραφείο ο Δημήτρης, ο συνεργάτης του.
«Τι έχουμε Δημήτρη;¨»
«Έκτακτο περιστατικό»
«Σαν τι Δημήτρη;»
«Ένα δεκάχρονος μαθητής χάθηκε μετά το απογευματινό του σχολείο. Οι γονείς δήλωσαν την εξαφάνιση στο ΣΤ Αστυνομικό Τμήμα. Είναι λιγάκι περίεργη η ιστορία. Φαίνεται ότι ο μαθητής έκανε σκασιαρχείο το πρωί και το απόγευμα που πήγε σχολείο έφαγε από το δάσκαλο, το ξύλο της χρονιάς του. Το σχολείο είναι το Ιδιωτικό Στέγκα και Γκίκου. Έκτοτε δεν φάνηκαν πουθενά τα ίχνη του»
“Σκασιαρχείο, ένας δεκάχρονος μαθητής της Τετάρτης Δημοτικού; έχει οικογένεια; είναι διαλυμένη;”
”Έχει κύριε Διοικητά. Το μυστήριο είναι ότι σαν μαθητής είναι πολύ καλός, ο πρώτος θα έλεγα”

«Πάμε Δημήτρη στο ΣΤ Τμήμα να οργανώσουμε την ανεύρεση του. Φαίνεται ότι δεν θα πάω στο εξοχικό μου το Σάββατο. Να σου πω καλύτερα. Μούχλιασα στο Γραφείο. Λιγάκι δράση δεν βλάπτει»
«Τι να κάνω εγώ κύριε Αστυνόμε;»
«Πάρε το αυτοκίνητο. Φέρε το μπροστά στην είσοδο και κατεβαίνω. Θα μας δοθεί ο χρόνος στο δρόμο να συζητήσουμε για τις επόμενες ενέργειες μας»
«Καλώς κύριε Αστυνόμε»

Άλλο ένα παιδί που δεν μπόρεσε να αντέξει το βάρος της τιμωρία του. Τα παιδιά τις περισσότερες φορές κάνουν πράγματα που δεν τα θέλουνε. Ζουν στον κόσμο της αθωότητας τους. Εμείς οι μεγάλοι, οι μορφωμένοι, έχουμε μπερδέψει τις διαδικασίες και τις έννοιες.

Αναγκάζουμε το παιδί και το στέλνουμε στο Σχολείο. Δεν το ρωτάμε αν το θέλει. Αν νοιώθει άνετα στο νέο περιβάλλον που το στέλνουμε. Και από πάνω, αν δεν τηρήσει τους κανονισμούς του Σχολείου, το τιμωρούμε. Μπλεγμένα πράγματα στην πολιτισμένη μας κοινωνία.

Ο Αστυνόμος Πέτρου μαζί με τον βοηθό του, εγκαταστάθηκαν στο γραφείο του Διοικητή του ΣΤ Αστυνομικού Τμήματος της περιοχής. Το ΣΤ Αστυνομικό Τμήμα είχε εγκατασταθεί επί των οδών Καλοκαιρινού – Μακεδονίας και Κορυτσάς, ένα χιλιόμετρο από το σπίτι του Φίλιππα. Ήταν ένα περίεργο κτίσμα σε σχήμα τριγώνου με επιβλητική όψη. Ή μήπως επειδή ήταν Αστυνομικό Τμήμα φάνταζε έτσι;

Φώναξαν τους γονείς του μικρού Φίλιππα για την πρώτη κατατοπιστική ανάκριση και στρώθηκαν στη δουλειά.
«Δημήτρη να στείλεις σήματα, πρώτα στο Τμήμα της περιοχής του Περάματος, ύστερα στο Α Τμήμα του Πειραιά, με τη σημείωση να ερευνήσει ο αστυφύλακας υπηρεσίας, ιδιαίτερα το Πασαλιμάνι. Να στείλεις σήμα στο Τμήμα της Βούλας, εκεί πήγαινε τακτικά η οικογένεια του Φίλιππα για μπάνιο. Να στείλεις σήμα στο Τμήμα του Νέου Φαλήρου, έχουμε ενδείξεις ότι η οικογένεια την ήξερε την περιοχή. Να ειδοποιήσεις το Β Αστυνομικό Τμήμα του Πειραιά, ο αστυφύλακας υπηρεσίας να ερευνήσει περισσότερο, ιδιαίτερα την Ακτή Ποσειδώνος, ήταν γνωστό μέρος του νεαρού, ο πατέρας του, του ψώνιζε παπούτσια. Να στείλεις σήμα στο Τμήμα της Κοκκινιάς, να ερευνήσει το περιβολάκι, εκεί γύρω η οικογένεια είχε συγγενείς και πήγαιναν που και που.

Να κάνεις εκτενή περιγραφή του νεαρού μας. Κουρεμένος γουλί με μια φούντα μπροστά στο μέτωπο, τις αφέλειες. Κοντό παντελόνι χρώματος γκρι στερεωμένο με τιράντες. Παπούτσια μαύρα σχεδόν καινούργια. Η εμφάνιση του καθαρή και περιποιημένη.

Η σάκα του κλασική, πάνινη και την κουβαλά στην ώμο του. Συνηθισμένο οβάλ πρόσωπο με καστανά σκούρα μαλλιά και καστανά μάτια.

«Δημήτρη που αλλού μας είπαν οι γονείς του, ότι τον έχουν πάει τον νεαρό στο παρελθόν;»
«Μας είπαν για το Κέντρο του Πειραιά, για το Νέο Φάληρο, για τη Βούλα, για το Πέραμα, για την Κοκκινιά, για την Μαγκουφάνα, τα Ταμπούρια ………..»
«Ναι!! στείλε ένα Αστυφύλακα από εδώ να κάνει μια περιοδεία μέχρι τον Άγιο Γεώργιο και μέχρι τον κινηματογράφο Παλλάς»

«Δημήτρη θύμισέ μου αν ερωτήσαμε τους γονείς του μικρού για χρήματα. Του έδιναν καθόλου; θα μπορούσε να έχει εισιτήριο για κάποιο ταξίδι μακρινό ή κοντινό;»
«Έπαιρνε χρήματα για το καθημερινό του κουλούρι. Πιθανώς για αστική συγκοινωνία να τον έφταναν»
«Η πιο πιθανή περιοχή που μπορεί να πήγε ο μικρός Φίλιππας είναι τα Ταμπούρια που ζει ή ο Πειραιάς που τον επισκεπτόταν, περισσότερο με τον πατέρα και τη μάνα του. Ενισχύστε την περιπολία σε αυτές τις δύο περιοχές. Και ……….. Δημήτρη, σε μια ώρα θέλω αναφορά από όλους όσους στείλαμε σήματα»
«Καλώς κύριε Αστυνόμε»

Ο Αστυνόμος Πέτρου καθόταν στο ξένο γραφείο του Διοικητή του ΣΤ Αστυνομικού Τμήματος και σκεφτόταν συνέχεια τα δεδομένα της εξαφάνισης του μικρού Φίλιππα. Θεωρούσε αδύνατη την απαγωγή του μικρού από γύφτους. Είχε επικοινωνήσει με τον σύνδεσμό του στους γύφτους της Αγίας Βαρβάρας. Η απάντηση ήταν αρνητική. Ο μικρός δεν προσφερόταν για τέτοιες περιπέτειες, ακόμα και οι γύφτοι απαγωγείς τηρούσαν τους κανόνες δεοντολογίας τους. Άρπαζαν, καλλίτερα περισυνέλεγαν παιδιά που δεν τα ήθελαν οι νεαρές, πρώιμες μητέρες.

Θεωρούσε αδύνατη την απαγωγή του μικρού για λύτρα, μόνο σ’ αμερικανικές ταινίες μπορούσε να συμβεί, όχι στην ελληνική κοινωνία.

Το μυξιάρικο, φοβήθηκε και πήρε τους δρόμους. Αυτό είναι το συμπέρασμα που λογικά βγαίνει από όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Πρέπει όπου είναι να έλθει σήμα ότι βρέθηκε το παιδί.
«Δημήτρη» φωνάζει τον βοηθό του ο αστυνόμος Πέτρου «πήρες τηλέφωνα τα κοντινά νοσοκομεία; μήπως κάπου κτύπησε ο μικρός και τον πήγαν στο Κρατικό ή στο Τζάνειο του Πειραιά»
«Να κοιτάξω κύριε Αστυνόμε αμέσως»
Ο Δημήτρης παίρνει το υπηρεσιακό τηλέφωνο στο χέρι και καλεί το κέντρο:

«Κέντρο, εδώ υπαστυνόμος Δημήτρης Καλότυχος της Διεύθυνσης Πειραιά, δώστε μου το Τζάνειο Νοσοκομείο"
"Τζάνειο, εμπρός, υπαστυνόμος Δημήτρης Καλότυχος, έχετε περιστατικό με δυστύχημα για ένα μικρό δέκα χρόνων; Όχι είπες; Α!!! μάλιστα ευχαριστώ. Καληνύχτα»

«Κέντρο, δώσε μου το Κρατικό Νικαίας. Ναι!!! να ρωτήσω για ατυχήματα"
"Κρατικό!! εμπρός Κρατικό με ακούς; ναι !!! Υπαστυνόμος........ είχατε ατύχημα με δεκάχρονο αγόρι; Ναι είχε και τσάντα στο ώμο του. Ναι!! Σχολική τσάντα. Όχι!! Δεν είχες. Είσαι σίγουρος; καλά ευχαριστώ. Καληνύχτα"


Το μαύρο τηλέφωνο στο γραφείο του Διοικητή κτύπησε. Ο Πέτρου σηκώνει το ακουστικό. Το Κέντρο της Υπηρεσίας ακούγεται να μιλά;
"Τον κύριο Πέτρου, τον ζητούν από το Α Αστυνομικό Τμήμα του Πειραιά"
"Σύνδεσέ με γρήγορα"

"Κύριε Πέτρου, ο Διοικητής του Α Τμήματος είμαι. Βρέθηκε ο μικρός. Ήταν στο Πασαλιμάνι. Κάτω στην αμμουδιά. Δίπλα σε μια βάρκα"
"Έρχομαι αμέσως Γρηγόρη. Κράτησε τον μικρό μπόμπιρα "
"Καλώς κύριε Πέτρου"
"Είναι σε καλή κατάσταση η υγεία του;"
"Ναι μόνο κρυώνει λίγο"
'Ερχομαι..................."
"Δημήτρη βρέθηκε ο μικρός. Πάμε στο αυτοκίνητο, ειδοποίησε τους γονείς και όλα τα σχετικά"


***

«Αυτός είναι ο νεαρός μας μαθητής;" ρωτά τον Διοικητή του Α Τμήματος ο Αστυνόμος Πέτρος Πέτρου..
"Ναι αυτός"
"Έλα εδώ Φίλιππα"
Ο Φίλιππας με σκυμμένο το κεφάλι πλησιάζει τον Αστυνόμο που του χαμογελά. Κάτι του λέει ότι αυτός ο άνδρας μπορεί να γίνει φίλος του. Να τον εμπιστευτεί. Δεν μοιάζει με τους άλλους σκληρούς αστυνομικούς με τα γκλόπς και τα πιστόλια στα παντελόνια τους. Δεν πρέπει να πέφτει έξω.
"Πως έφτασες στο Πασαλιμάνι μικρέ;"
"Πήρα το τραίνο από τη Στάση Παναγιωτάκου"
"Είχες χρήματα;"
"Όχι "
"Τότε;"
"Καβάλησα από πίσω, το τραμ"

"Έχεις ξανά καβαλήσει πίσω από το τραμ;"
"Όχι, είδα τους άλλους που το έκαναν. Το έκανα και εγώ"
"Γιατί δεν πήγες σπίτι σου; Φοβήθηκες;"
"Έφαγα πολύ ξύλο στο σχολείο. Ύστερα θα έτρωγα άλλο τόσο και περισσότερο από τη μάνα μου και τον πατέρα μου.......... Δεν μπορούσα να το αντέξω.........."
"Έκανες όμως σκασιαρχείο"
"Όχι δεν έκανα σκασιαρχείο. Η πόρτα του σχολείου ήταν κλειστή. Τι να έκανα;" ο μικρός Φίλιππας επιμένει στον ισχυρισμό του, φωνάζοντας με τόλμη.
"Ηρέμησε μικρέ, για πες μου. Τι άλλο σε φόβισε. Όχι βέβαια, μόνο το ξύλο της μάνας σου;"

"Να !! την περασμένη Τετάρτη ήμουνα στο σπίτι ενός συμμαθητή μου, του Σπύρου. Πήγα να του δείξω την Ανάγνωση και την Ορθογραφία της άλλης ημέρας. Η μάνα του άρχισε να τον βρίζει, επειδή δεν ήξερε το μάθημα που μας έβαλε η δασκάλα. Νευρίασε τόσο πολύ, που πήρε ένα μαχαίρι από την κουζίνα και του φώναζε:
"Θα σε σφάξω, αν δεν μάθεις γράμματα" εγώ φοβήθηκα και έφυγα. Δεν ξέρω τι έγινε μετά. Σκέφθηκα μήπως συμβεί το ίδιο και σε μένα. Καλύτερα να με φάνε τα.............. φαντάσματα παρά να με σφάξει η μάνα μου επειδή δεν πήγα σχολείο"
"Έλα" του λέει χαμογελαστός ο Πέτρου. Θα σε πάω στου γονείς σου. Σε αγαπούν πολύ. Ανησύχησαν με την εξαφάνισή σου. Όλοι οι γονείς δεν είναι το ίδιο .........
"Ύστερα έχω διαβάσει ότι υπάρχουν και καλά φαντάσματα, μπορεί να την γλίτωνα .................."



ΤΕΛΟΣ

Σημ: Οποιαδήποτε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι εντελώς συμπτωματική

Δείτε πίνακα διηγημάτων στην Ανάρτηση της 6/5/2014