Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Φαλτσέτα χωρίς Αίμα (Αστυνομικό Διήγημα) 7 Μαΐου 2014



Φαλτσέτα χωρίς Αίμα  (Αστυνομικό Διήγημα)7 Μαΐου 2014

 Ακόμα και τα μαθητικά παιχνίδια είναι επικίνδυνα

Διηγήματα
Με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Πέτρο Πέτρου,
τον απλησίαστο 2Π

1.Οι Νεαροί Επιβήτορες
2.Φαλτσέτα χωρίς Αίμα
3.Ο Γρηγόρης ο Γόης
4.Παράθυρο Φονιάς
5.Το Πρώτο μου Σκασιαρχείο
6.Αεροπορική Χρηματαποστολή
7.Εργατικό ατύχημα
8.Το Παρκάρισμα
9.Ο Μπαμπίτης ο Μάγκας
10.Κληρονομητήριο
Επιδρομή στο Νεκροταφείο




Μεσημέρι στην Α΄ Εφορία Πειραιά στο Τμήμα του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων στην οδός ΙΙ Μεραρχίας. Ένα συναλλασσόμενος σε έντονο ύφος συνομιλεί με τον υπάλληλο. Κάποια στιγμή ακούγεται το όνομα Δεσποτής.
Σε λιγάκι όταν η συναλλαγή τελείωσε:
«Άκουσα το επίθετο σας. Μήπως είστε αδελφός του Παναγιώτη Δεσποτή;. Τελείωσε την ΑΣΣΟΕ εκείνη την καλή εποχή, την δεκαετία του εξήντα»
«Ναι αδελφός του είμαι ……… «
«Είναι καλά. Έμαθα ότι τελείωσε Πανεπιστημιακές Σπουδές στον Καναδά. Σήμερα είναι Διευθυντής στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ………»
«Αληθεύουν όλα αυτά. Εσείς ποιος είστε;»
«Συμμαθητής του από την Μέση Εμπορική του Πειραιά. Συναντηθήκαμε στην προτελευταία τάξη. Άνθρωπος με την περιπέτεια μέσα του, ο αδελφός σου»
«Ναι πράγματι. Πέρασε από πολλές κακοτοπιές. Τις εντάσεις του πολλές φορές δεν μπόρεσε να τις περιορίσει με τη λογική. Ευτυχώς το κακό τον προσπέρασε σε τέτοιες στιγμές και δεν έγινε ένα με αυτό»
«Την ξέρεται την ιστορία της φαλτσέτας. Λιγάκι ακόμα και η καταστροφή ήταν κοντά. Αλήθεια έχουν περάσει σαράντα τόσα χρόνια ……….»

***

Το μέγαρο της Ασφάλειας του Πειραιά βλέπει με την κόψη της ματιάς το Δημοτικό Θέατρο. Εκείνη την ώρα η Λεωφόρος Βασ. Κωνσταντίνου ήταν γεμάτη από περαστικούς. Τα αυτοκίνητα λίγα. Ο αστυνόμος Πέτρος Πέτρου καθόταν στο γραφείο του χωρίς τίποτα ιδιαίτερο να κάνει. Ήταν απόγευμα, Απρίλης μήνας και όλα γύρω του είχαν μια λογική χαλάρωσης. Ήταν το 1957 και είχε κλείσει είκοσι χρόνια στην Υπηρεσία. Σήμερα η γραβάτα του σχεδόν κάλυπτε το κενό που άφηνε το ξεκούμπωτο πουκάμισο. Ένας που δεν τον ήξερε θα νόμιζε ότι ήταν άψογος στο ντύσιμό του. Ο Πέτρου κινήθηκε προς το παράθυρο κοιτάζοντας τη σκιά του στο τζάμι της μεσόπορτα του γραφείου. Πάντα είχε αυτή την περιέργεια όσο θυμάται τον εαυτό του. Ήθελε να δείχνει η σκιά του ένα αρμονικό σύνολο στο μάτι του περαστικού. Δεν ένοιωθε ωραιοπαθής, ήθελε την αρμονία και την τάξη στη ζωή.

«Κύριε Πέτρου» άνοιξε η πόρτα του γραφείου από τον συνεργάτη του.
«Ναι Δημήτρη»
«Είχαμε πάλι φασαρίες στο καφενείο του Δεσποτή. Ήρθανε στα χέρια ένας μικροπωλητής με έναν προστάτη της Φίλωνος. Ο καυγάς άναψε και φούντωσε με συνέπεια να μπει στη μέση ο Παναγιώτης, ο γιος του ιδιοκτήτη. Γεροδεμένο και ιδιόρρυθμο παιδί»
«Λοιπόν Δημήτρη;»
«Ο Παναγιώτης τους έπιασε από τον γιακά και τους πέταξε έξω από το καφενείο. Εκεί συνέχισαν τον καυγά τους. Ο Παναγιώτης εκτελεί χρέη προσωρινού Μπράβου στο μαγαζί του πατέρα του, μετά το σχολείο. Κάθεται εκεί σε ένα γωνιακό τραπεζάκι με ένα βιβλίο στο χέρι και παρακολουθεί. Καμιά φορά ο καυγάς του χαμένου στα χαρτιά καταλήγει σε άσχημα επεισόδια. Πότε βγαίνουν μαχαίρια, πότε το ξυλοκόπημα είναι αναπόφευκτο. Ο Παναγιώτης πρωτοστατεί. Τα χέρια του σφίγγουν σαν μέγγενη κάθε έναν που θα βρεθεί μπροστά του. Ρίχνει αρκετό ξύλο στους άτακτους θαμώνες. Άλλοι κλαίνε, άλλοι γελάνε, άλλοι φεύγουν από το καφενείο, με την υπόσχεση όλοι τους, να μην ξαναέλθουν. Όμως την άλλη μέρα είναι παρόντες στην στρωμένη πράσινη τσόχα»

«Επενέβηκε κανένας από τα δικά μας παιδιά;»
«Πήγαν δύο δικοί μας με το αυτοκίνητο της Άμεσης Δράσης. Δεν πρόλαβαν όμως το επεισόδιο. Να συνεχίσω με τον Παναγιώτη. Πηγαίνει στην Μέση Εμπορική, εδώ στο άλλο τετράγωνο, στην Ελευθερίου Βενιζέλου. Έχει χάσει μια χρονιά στο σχολείο. Τα βιβλία που διαβάζει στο καφενείο είναι εξωσχολικά, κυρίως διαβάζει Ντοστογέφσκυ. Πήρε λιγάκι η έκφρασή του από το καταθλιπτικό περιβάλλον των ηρώων του συγγραφέα.»

«Έχει ενδιαφέρον ο νεαρός;»
«Ναι έχει. Από τα πολλά κλασικά βιβλία που διάβασε, λέγεται ότι έχασε τη σχολική χρονιά. Συνέτεινε βέβαια και η σχολαστική του ενασχόληση με τη γυμναστική κυρίως με την άρση βαρών. Επί ώρες ασχολείται με το μονόζυγο και τα βάρη. Η σωματική του δύναμη είναι σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Θα έλεγα κατάσταση μάχης.»
«Που τα έμαθες όλα αυτά;»
«Το καφενείο παρακολουθείτε σε καθημερινή βάση. Εκτός από τους συνηθισμένους καφέδες και πορτοκαλάδες, που σερβίρει τις εργάσιμες ώρες, κυρίως πρωινές, το απόγευμα μαζεύονται όλοι αυτοί που έχουν πάθος με το χαρτοπαίγνιο και τα συναφή. Ή πράσινη τσόχα τους περιμένει»
«Έχει προβλήματα το στέκι;»
«Πάντα έχει. Φόνοι δεν έχουν γίνει. Αυτό μας κάνει να είμαστε ελαστικοί …….. μαζεύονται όλα τα …………. επαγγέλματα της παραοικονομίας και της απάτης. Φιστικάδες., λαχειοπώλες, κουλουρτζήδες, αγαπητικοί ιεροδούλων, προστάτες, μπράβοι, τραμπούκοι, παλικαράδες, πόρνες της οδού Φίλωνος, μικροαπατεώνες, κλεπταποδόχοι, μικροπωλητές λαθραίων ρολογιών, φωτογραφικών μηχανών ή τσιγάρων.

«Και ο μικρός Παναγιώτης μεγάλωσε σε αυτό το κλίμα;»
«Ακριβώς κύριε Αστυνόμε. Η επιμονή του στη γυμναστική του έδωσε το δικαίωμα, να βγάζει τον κακό του εαυτό στους πελάτες του καφενείου και ο Ντοστογέφσκυ του έδωσε την ευκαιρία να περνά τις ανιαρές ώρες του στο μικρό τραπεζάκι της γωνιάς»
«Θα μας απασχολήσει όπως φαίνεται ο μικρός, Δημήτρη»
«Είναι πιθανό. Θέλετε τίποτε άλλο;»
«Αν σου τύχει το κακό στο δρόμο μπορεί να το ακολουθήσεις, τραβά σαν μαγνήτης» Πολλές φιλοσοφούσε ο Πέτρου τα αστυνομικά συμβάντα.

***

Οι μαθητές της Εμπορικής Σχολής του Πειραιά ήταν κατά κανόνα κάτοικοι των απομακρυσμένων περιοχών του Νομού, όπως από τα Ταμπούρια, το Πέραμα, τα Καμίνια, τον Άγιο Βασίλειο, τη Νίκαια παρά του ότι είχε δική της Εμπορική Σχολή, τη Δραπετσώνα ή το Νέο Φάληρο. Η Εμπορική Σχολή πρόσφερε επαγγελματική παιδεία, αντίθετα από τα τότε Γυμνάσια της δεκαετίας του πενήντα που πρόσφεραν κλασική παιδεία. Φυσικό επακόλουθο ήταν η συρροή μαθητών από όλα τα διαμερίσματα του Νομού. Ο μαθητής στην Εμπορική Σχολή του Πειραιά, για να μπορέσει να παρακολουθήσει τα καθημερινά μαθήματα είναι αναγκασμένος να παίρνει την τοπική συγκοινωνία.

Το τραινάκι του Περάματος εξυπηρετούσε τους μαθητές από το Πέραμα, το Ικόνιο, τον Άγιο Γεώργιο, τα Ταμπούρα και ένα τμήμα της Δραπετσώνας.

Η γραμμή λεωφορείου Πειραιάς -Ταμπούρια εξυπηρετούσε τα βόρεια τμήματα των Ταμπουρίων, τα Μανιάτικα και ένα τμήμα της Αγίας Σοφίας.

Η γραμμή λεωφορείου Πειραιά -Καμίνια εξυπηρετούσε τον Ρέντη και τα λεμονάδικα.

Το τραινάκι του Αγ. Βασιλείου -Παλαμηδίου εξυπηρετούσε μια σειρά από συνοικίες και γειτονιές, την Καλλίπολη, την Τερψιθέα, τους μαθητές της οδού Θηβών.

Το τραινάκι της παραλιακής γραμμής Τελωνείο -Σταθμός Λαρίσης εξυπηρετούσε τους κατοίκους που ήταν πιο κοντά στην Ακτή Μιαούλη, στην Ακτή Ποσειδώνος, στην Ακτή Κονδύλη και στην Δραπετσώνα.

Τέλος το τραινάκι Αγ. Βασίλειος -Νέο Φάληρο εξυπηρετούσε την Ανατολική Περιοχή του Νομού αφού διέσχιζε την Βασ. Κωνσταντίνου, πέρναγε από την οδό τροχιοδρόμων που ξετυλίγεται παράλληλα με τον Ηλεκτρικό Πειραιά – Αθήνας.

Ο Παναγιώτης ερχόταν από την τότε Κοκκινιά με το λεωφορείο της γραμμής Κοκκινιάς -Πειραιά. Οι επιβάτες κατέβαιναν στον Ηλεκτρικό Σταθμό του Πειραιά. Ο Παναγιώτης έπαιρνε την ανηφόρα της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου για να φθάσει στην Εμπορική Σχολή.

Στην αίθουσα της πέμπτης τάξης (ισότιμη με την έβδομη του Γυμνασίου) των αρρένων κάνουν μάθημα έκθεσης. Ο καθηγητής δίνει το θέμα «Το διεθνές εμπόριο πηγή πολιτισμού » και κάνει τα σχόλιά του. Οι μαθητές έχουν δύο ώρες προθεσμία να ολοκληρώσουν την ανάλυση του θέματος. Ο Παναγιώτης κάθεται στο προτελευταίο θρανίο με έναν άλλο συμμαθητή του. Συνήθως κάθεται μόνος του. Αποφεύγει τις σχολικές παρέες στα διαλείμματα και έχει μετρημένες κουβέντες με τους συμμαθητές του. Η απογευματινή του απασχόληση στο καφενείο του πατέρα του, τον κάνει να βλέπει τους νεαρούς συμμαθητές του από άλλο πρίσμα. Λέει από μέσα του:
«Και εσείς σε ένα καφενείο θα καταλήξετε. Και αν δεν καταλήξετε σε καφενείο, τότε θα είστε οι λίγοι τυχεροί.
«Είσαστε όλοι αδύνατα ανθρωπάκια. Προσέξτε τα μπράτσα μου σαν νικούν»
Δεν συνομιλούσε με τους συμμαθητές του και αν συμπτωματικά συνέβαινε χαμογελούσε με την συγκατάβαση ενός ………. Δία. Είχε κυκλοφορήσει στους μαθητικές παρέες, αυτή η εκφρασμένη υπερδύναμη του, που άλλωστε φαινόταν με γυμνά μάτια και είχε δημιουργηθεί μια αίσθηση φόβου.

Σε αυτή τη χρονιά είχε μεταγραφή από την Εμπορική Σχολή Νικαίας γιατί δεν ήταν η συμπεριφορά του πρέπουσα. Έδειρε έναν συμμαθητή του όταν ο τελευταίος ηθέλησε να περάσει στους μαθητικούς κύκλους, τη δική του άποψη.

Η φήμη του δυνατού και του μπράβου δημιούργησαν αισθήματα φόβου όχι μόνο μεταξύ του μαθητόκοσμου, αλλά και των καθηγητών. Οι συμμαθητές του τον απόφευγαν, οι καθηγητές του τον παρέβλεπαν. Πάντα μονολογούσαν «να μην είμαι εγώ που θα μπλέξω σε φασαρίες με αυτόν τον ιδιότροπο μαθητή».

Μοναδικές φορές που ευχαριστιόταν την συμμετοχή στα παιχνίδια των συμμαθητών του ήταν η επίδειξη χειρονακτικής δύναμης. Τότε χαμογελούσε με συγκατάβαση ήρωα, αφού δεν είχε αντίπαλο σε ένα τέτοιο αγώνισμα. Δύο παιδιά καθόντουσαν αντίθετα σε ένα μεγάλο και ευρύχωρο θρανίο. Προέτασσαν τα δεξιά χέρια τους σε σχήμα νι μικρό (ν), με τον αγκώνα να ακουμπά στο θρανίο. Έδεναν τις παλάμες και τα δάκτυλά τους προσπαθώντας ο καθένας να σπρώξει τον πήχη του αντιπάλου του, ώστε να ευθυγραμμισθεί με την επιφάνεια του θρανίου. Ήταν αήττητος.

Οι συμμαθητές του έφερναν παιδιά από άλλες τάξεις, προκειμένου να αγωνιστούν με τον Παναγιώτη. Τα νεοφερμένα παιδιά ήταν και αυτά γυμνασμένα, είχαν πολλή καλή σωματική διάπλαση, με δυνατά χέρια, όμως ο Παναγιώτης νικούσε. Αυτό μεγάλωνε τον εγωισμό του αλλά και τον μύθο του αήττητου. Μεγάλωνε και τη μαγεία του παράξενου φόβου που κυριαρχούσε στο περιβάλλον.

Ο Φίλιππας κατά σύμπτωση εκείνη την ημέρα καθόταν μαζί του με τον Παναγιώτη, όταν ο καθηγητής έδωσε το θέμα των εκθέσεων. Ήταν η συνηθισμένη τακτική έκθεση που έγραφαν οι μαθητές κάθε εβδομάδα, την Παρασκευή.
«Παναγιώτη πως το βλέπεις το θέμα;» τον ρωτά ο Φίλιππας.
«Έχει σχολιάσει τέτοια θέματα ο Ντοστογέφσκυ στους «αδελφούς Καραμαζώφ» και ο Τολστόι στο «Άννα Καρένινα. Τα έχεις διαβάσει;»
«Τα έχω διαβάσει»
Ο Παναγιώτης κοιτάζει με πιο ξεκάθαρο μάτι τον Φίλιππα. Δεν είχε ποτέ μιλήσει μαζί του. Φαίνεται καλλιεργημένος σκέπτεται. Όχι σαν τους άλλους.
«Γράφει και ο Ουγκώ στους Αθλίους του. Όμως δεν τον συμπαθώ. Παίρνει τα πράγματα από την εύκολη πλευρά. Δείχνει συναισθήματα από την αισιόδοξη σκοπιά. Τώρα γράψε το θέμα. Μην με ενοχλείς»

Ο Φίλιππας, λιγάκι φοβισμένος, τραβήχτηκε στην εξωτερική άκρη του θρανίου και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στο γραπτό του. Τα νοήματα δεν του ερχόντουσαν. Το μολύβι αρνιόταν να ζωγραφίσει τα γράμματα της γλώσσας, τις προτάσεις. Βέβαια δεν ήταν προσωρινή κατάσταση. Από χρόνια η έκθεση ήταν ένα μαρτύριο γι΄ αυτόν. Που και που έστρεφε το βλέμμα του αριστερά. Παρακολουθούσε τον Παναγιώτη από περιέργεια. Ο Παναγιώτης έγραφε συνέχεια. Το χέρι του έτρεχε στις σελίδες του τετραδίου. Μετά από λίγο άκουγες ένα κραχ …….. παρατεταμένο, ένδειξη ότι έσκιζε τη σελίδα, τις σελίδες του τετραδίου. Μετά πάλι το χέρι του έτρεχε στην σελίδα. Έγραφε, συμπλήρωνε τη σελίδα και ξαφνικά πάλι ένα κραχ ………. λιγότερο παρατεταμένο, και έσχιζε τη σελίδα. Αυτή η κίνηση έγινε για έξη ή επτά φορές. Φαίνεται ότι ο Παναγιώτης δεν μπορούσε να βρει την κατάλληλη διαδικασία γραφής των εννοιών του για την ανάλυση του θέματος. Είχε σύγχυση χρησιμοποίησης των σκέψεων που έκανε. Ο Φίλιππας έβλεπε με λοξή ματιά. Το ερωτηματικό του ήταν αν έπρεπε να τον ρωτήσει «μπορώ να βοηθήσω». Φοβόταν όμως μήπως όχι μόνο τον αποπάρει, αυτό ήταν εξασφαλισμένο, αλλά και τον ………………. καταχερίσει.

Η μοναξιά του ανθρώπου είναι κακός σύμβουλος. Νοιώθεις φυλακισμένος μέσα στο γήινο κορμί σου και θέλεις να κάνεις κακό στο περιβάλλον σου.

***

Ο Νίκος ήταν ένας μαθητής χαϊδεμένος. Ένας εύθυμος νεαρός χαμογελαστός. Του άρεσαν τα αυτοκίνητα. Η συζήτηση ξεκίναγε και τελείωνε στα επιβατικά καινούργια μικρά αυτοκίνητα. Πολλές φορές τα πρωινά, προτού να μπούμε στην τάξη, καθόταν στη γωνία Ελευθερίου Βενιζέλου και Βασ. Κωνσταντίνου και παρακολουθούσε με συμμαθητές του τα αυτοκίνητα. Γνώριζε το τελευταίο μοντέλο της Opel ή το τελευταίο μοντέλο της Citroen καλύτερα από τον καθένα. Μάλιστα παρακολουθούσε και τους αριθμούς κυκλοφορίας των επιβατικών αυτοκινήτων:
«Να, αυτός ο αριθμός της Ford πρέπει να δόθηκε την περασμένη εβδομάδα»
«Έχεις λύσει τις ασκήσεις της άλγεβρας Νίκο;»
«Να άλλος αριθμός, πιο καινούργιος στην Citroen την μπλε που περνά……….»
«Νίκο ξύπνα, έχεις λύσει τις ασκήσεις; να μου δώσεις να τις αντιγράψω. Θα κτυπήσει το κουδούνι σε δέκα λεπτά και θα με σηκώσει στο μάθημα σήμερα»
«Όχι!! Πέρασε ο Φίλιππας τώρα. Αυτός θα τις έχει λύσει. Πήγε μέσα στο Σχολείο. Θα τον βρεις στην τάξη»

Πως έγινε και ενώθηκε φιλικά το χαμογελαστό παιδί, ο Νίκος, με τον Παναγιώτη; πως το νεράκι βρίσκει το ρυάκι για να τρέξει να βρει τη μάνα του τη θάλασσα;

Με πολλή περιέργεια οι άλλοι συμμαθητές της τάξης έβλεπαν αυτή τη φιλία να εξελίσσεται. Ο Νίκος άκουγε με πολλή προσοχή τις παραινέσεις του Παναγιώτη, τα διαβάσματα του τα χθεσινοβραδινά, τα συμβάντα στο καφενείο του πατέρα του. Άκουγε ο Νίκος τα δύσκολα νοήματα του Ντοστογέφσκυ από τον Παναγιώτη και προσπαθούσε να καταλάβει το δύστυχο και μουντό περιβάλλον του Ρώσου κλασικού λογοτέχνη. Το «Υπόγειο», ο «Παίκτης» ήταν πάντα σε πρώτη κουβέντα. Ο Νίκος σε αυτή τη φιλία πρόσφερε τη αναμελιά του, το χαμόγελό του, την ελαφράδα του, την γνώση του ………. στα αυτοκίνητα. Διέκοπτε πολλές φορές τον ομιλητή του, για να του πει για το φαγητό που το έφτιαξε η μάνα του χθες το μεσημέρι. Ο Παναγιώτης, τα ζούσε όλα αυτά σαν παρενθέσεις στο μυαλό του. Κάποια μέρα τον πήρε και στο καφενείο να του δείξει τα ……….. ενδιαφέροντα. Ο Παναγιώτης απέφευγε να αναφέρεται στο καφενείο, έκανε όμως τη χάρη στον νέο του φίλο.

Όμως η φιλία δεν κράτησε για πολλή. Σε κάποια από τις πολλές ανεμελιές του Νίκου ξεπέρασε τα όρια της αντοχής του Παναγιώτη. Ο Παναγιώτης δυστρόπησε στην αρχή ύστερα πέρασε στην αρνητική πλευρά:
«Νίκο άσε αυτές τις κουβέντες, δεν μου αρέσουν»
«Έλα Παναγιώτη, τι σου είπα;»
«Δεν κατάλαβες το νόημα των λέξεών σου;»
«Όχι!!! Συμμαθητές είμαστε. Φίλοι είμαστε»
«Αυτά είναι κουροφέξαλα. Συγκεντρώσου»
«Είμαι συγκεντρωμένος. Μόνο εσύ θα λες και θα κάνεις κριτική;»
«Εσύ δεν ξέρεις. Δεν έχεις διαβάσει. Θα αργήσεις ακόμα. Είσαι αμόρφωτος»
«Είσαι ηλίθιος ……………»

Αυτή η λέξη ήταν και το τέλος της φιλίας. Ξεκίνησε ένα τροχάδην στην πίσω αυλή του Σχολείου. Ξεκίνησε ένα τροχάδην στην μπροστινή αυλή στου Σχολείου. Ξεκίνησε ένα τροχάδην στον δρόμο μπροστά στο Σχολείο. Έπεσαν απάνω οι συμμαθητές και φυγάδευσαν τον Νίκο. Αν τον έπιανε ο Παναγιώτης θα τον σκότωνε επί τόπου. Τέτοια ήταν η διάθεση εκείνης της στιγμής, τον είχε κυριεύσει η διάθεση να σκοτώσει. Έβλεπε την προσβολή της λέξης σαν κάτι καταστροφικό για το πρόσωπό του. Αυτός που διάβαζε «αδελφούς Καραμαζώφ» και τους καταλάβαινε να χαρακτηρισθεί έτσι; αυτός που ήταν κυρίαρχος στον περίβολο του πατρικού καφενείου; να δεχθεί τέτοια προσβολή!!

Το κυνηγητό συνεχίστηκε για μια εβδομάδα. Ο Νίκος δεν ερχόταν Σχολείο γιατί φοβόταν τα δυνατά χέρια του Παναγιώτη. Ήταν σαν μέγγενη, αναθέματα, τα είχε δοκιμάσει μια φορά και παραλίγο ………….. να πνιγεί. Μίλησαν στον Παναγιώτη σχεδόν όλοι οι συμμαθητές της τάξης.
«Ρε Παναγιώτη ντροπή. Ο Νικολάκης είναι αγαθό παιδί»
«Βρε Παναγιώτη σύνελθε. Αυτή η κουβέντα που σου είπε, την λέει κάθε μέρα σε όλους εμάς, που βρισκόμαστε στην τάξη» 
«Παναγιώτη, εσύ έχεις λογική. Μην την προσβάλεις με τις πράξεις σου»
«Δώσε τόπο στην οργή»

Ο Νίκος επέστρεψε στο Σχολείο μετά από μια εβδομάδα. Οι συμμαθητές τον διαβεβαίωσαν ότι έφυγε ο θυμός του Παναγιώτη. Φοβόταν για την ζωή του. Έλεγε τακτικά στους συμμαθητές του:
«Μα είναι τόσο τρελός!!! Ο φίλος μου;
Ο Παναγιώτης παραφύλαγε τον Νίκο και μετά την πρώτη εβδομάδα στην γωνιά του Σχολείου. Ήθελε να τον ξεμοναχιάσει, να του τις βρέξει και ότι άλλο ήθελε προκύψει.

Ο άνθρωπος περνά εντάσεις που δεν κυριαρχούνται από τη λογική του, αν το κακό δεν σε προσπεράσει, γίνεται ένα με σένα.


***

«Κύριε Πέτρου να σας δώσω τον Διευθυντή της Εμπορικής Σχολής. είναι στην άλλη γραμμή. Φαίνεται ταραγμένος. Μιλάει για μια φαλτσέτα»
«Δώσε τον. Ευχαριστώ»
«Κύριε Αστυνόμε. Έχει δημιουργηθεί μια φασαρία στη Σχολή μου. Ζητάω να με βοηθήσετε. Να προστατεύσετε τους καθηγητές της Σχολής»
«Τι συμβαίνει κύριε Διευθυντά» (έτσι έλεγαν τον Γυμνασιάρχη στην Εμπορική Σχολή)
«Ένας μαθητής μας, απειλεί τον καθηγητή της Γυμναστικής με μια φαλτσέτα. Θέλει να τον κόψει. Αυτή είναι η φράση που χρησιμοποιεί»
«Πως τον λένε τον μαθητή;»
«Παναγιώτη Δεσποτή»
«Ναι είναι γνωστός. Στέλνουμε ένα περιπολικό. Θα κοιτάξουμε να σας προστατεύσουμε»
«Ευχαριστώ κύριε Αστυνόμε»

Δημήτρη, στείλε τα παιδιά με το περιπολικό στην Εμπορική Σχολή. Εμείς οι δύο θα πάμε με τα πόδια δεν είναι μακριά, δύο στενά μόνο»
«Θα προλάβουμε κύριε Αστυνόμε;»
Ο Πέτρου μόλις είχε μπει στο γραφείο του. Είχε ακόμα την αίσθηση του καθαρού πουκαμίσου στο κορμί του. Η γυναίκα του, χωρίς διακοπή, τόσα χρόνια πρόσφερα αυτή την πρωινή μαγεία της ξεκούρασης. Καθαρό πουκάμισο με το αγαπημένο του χρώμα, το άσπρο.

Κατέβηκε στο ισόγειο από τη σκάλα με τον συνεργάτη του. Ένοιωθε ακόμα μουδιασμένος από την χορταστικό ύπνο της νύκτας. Βάδισαν την οδό Βασ. Κωνσταντίνου, προσπέρασαν την Τσαμαδού, την Καραολή και Δημητρίου και έφθασαν στην Ελευθερίου Βενιζέλου. Έστριψαν δεξιά και αντίκρισαν το κτίριο της Σχολής. Ο Διευθυντής της Σχολής τους περίμενε στο ύψος της σκάλας εισόδου του κτιρίου. Τους χαιρέτησε γρήγορα και αναφέρθηκε στο κακό συμβάν:
«Που είναι ο μαθητής;»
«Πρέπει να είναι ή στην γωνιά της Ευριπίδου ή στην γωνία της Ηραΐσκου του Σχολείου. Σας παρακαλώ κάντε κάτι»
«Γιαυτό ήλθαμε. Μην ανησυχείτε όλα θα πάνε καλά. Είναι νεαρός αλλά γνωρίζει καλά το μακρύ χέρι της Αστυνομίας. Θα συμμορφωθεί με τις υποδείξεις μας μόλις μας δει»
«Ευχαριστώ»

Εν τω μεταξύ μαζεύτηκαν όλοι οι καθηγητές γύρω από τον Διευθυντή να μάθουν τις εξελίξεις. Να συμβεί αυτό στο σχολείο τους; κάθε χρονιά, ο πρώτος τους στόχους ήταν να παροτρύνουν τους «ατίθασους» να πάνε στην Νυκτερινή Εμπορική Σχολή της Αθήνας. Ήταν μια κίνηση που τους προστάτευε από τους »επαναστάτες». Κοίταζαν να τους αφήσουν στην ίδια τάξη για να μεταγραφούν σε άλλη Σχολή. Όχι βέβαια ότι δεν το άξιζαν αυτοί οι μαθητές. Απλά οι καθηγητές στο Συμβούλιο που έκαναν στο τέλος της σχολικής χρονιάς, δεν έδειχναν καμία επιείκεια στις μαθητικές αδυναμίες. Αυτή ήταν η γραμμή τους. Όσοι ήσαν αδύνατοι στα μαθήματα έμεναν στην ίδια τάξη.

Ο Πέτρου κατέβηκε τα σκαλιά της Εμπορικής Σχολής και είπε στον συνεργάτη του:
«Δημήτρη, εσύ αριστερά, εγώ δεξιά. Θα τον γνωρίσεις τον Δεσποτή. Είναι μπρατσωμένος, φουσκωμένα μπράτσα και κορμί τρίγωνο, όπως μου είπες. Μέτριο ανάστημα, καστανός»
«Καλώς»

Το περιπολικό της Αστυνομίας ήταν ήδη στη δεξιά γωνία της Σχολής, στην οδό Ηραΐσκου. Ο Πέτρου προχώρησε λίγο πάρα κάτω. Βλέπει τον νεαρό να κρυφοκοιτάζει από την πέρα γωνία.
«Έλα Δεσποτή. Μην κάνεις άσκοπες κινήσεις. Πάμε στο τμήμα να το κουβεντιάσουμε. Ξέρω τον πατέρα σου και τα αδέλφια σου, ξέρω την ιστορία σας. Ξέρω για την φαλτσέτα. Λάθος σου να έχεις φονικό όργανο. Τον νόμο τον ξέρεις»
«Θα τον κόψω τον ηλίθιο, τον άδικο»
«Γιατί Δεσποτή; Πως εσύ παρασύρεσαι σε τέτοιες ενέργειες; Εσύ επιβάλλεις την τάξη στο καφενείο του πατέρα σου»
«Την κοινωνική τάξη θέλω να επιβάλλω και εδώ»
«Θα χρησιμοποιήσω βία Δεσποτή και ξέρεις τα αποτελέσματα. Έλα να το συζητήσουμε στο Τμήμα»
Ο Παναγιώτης Δεσποτής κοντοστέκεται, ταλαντεύεται. Από την μια η εξουσία που τη σέβεται σαν τάξη, από την άλλη η αδικία και ο θυμός του. Είχε δύο ημέρες ο θυμός που τον έχει κυριεύσει. Δύο ημέρες συντροφιά με μια φαλτσέτα να επιβάλει το δίκιο στον κακό καθηγητή της Γυμναστικής, που τον αδίκησε και τον προσέβαλε. Θέλει να τον κόψει. Όπως βλέπει τις σκηνές στο καφενείο. Φαλτσέτα και αίμα. Με τις μπουνιές και τη σωματική ρώμη δεν θα κατάφερνε να νικήσει τον αντίπαλο και οπλίστηκε με φαλτσέτα για καλό και για κακό.

Τελικά το πήρε απόφαση. Ήταν κουταμάρα του. Αυτή η κίνηση επιβολής δικαιοσύνης στο Σχολείο ήταν λανθασμένη.

‘Έρχομαι στο Τμήμα κύριε Αστυνόμε. Σε ακολουθώ»
«Πρώτα τη φαλτσέτα»
«Ορίστε πάρε τη»
Οι συμμαθητές του περικύκλωσαν την ομάδα των ανθρώπων της Αστυνομίας. Θέλουν να βοηθήσουν τον συμμαθητής τους.
«Να έλθουμε και εμείς στο Τμήμα;»
«Να έλθουν μόνο δύο. Αυτοί που ξέρουν καλά τα γεγονότα της φαλτσέτας. Όχι οι άλλοι «
«Να έλθουμε όλοι»
«Όχι!! Αν θέλετε να βοηθήσετε τον συμμαθητή σας, μπορείτε να περιμένετε κάτω από το Τμήμα. Στο γραφείο θα βάλω τον Παναγιώτη και δύο άλλους. Σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι»


***

«Λοιπόν Παναγιώτη. Γιατί με μια φαλτσέτα καραδοκείς τον καθηγητή σου να τον κόψης;» λέει ο Αστυνόμος Πέτρου στον μαθητή που κάθεται μαζί με δύο άλλους μαθητές απέναντι από το γραφείο του.
«Ξέρεις …………….»
«Να μιλάς στον πληθυντικό Παναγιώτη. Μπράβο;¨»
«Ξέρετε με αδίκησε και με προσέβαλε βάναυσα ενώπιον όλων των συμμαθητών μου»
«Και λοιπόν; με τα δικά σου κριτήρια, όχι με τα δικά του»
«Κύριε Αστυνόμε μου έβαλε μια βαθμολογία χαμηλή και με παρατήρησε ότι δεν ξέρω να κάνω γυμναστική. Αυτό το είπε σε εμένα που κάνω τουλάχιστον τρεις ώρες γυμναστική την ημέρα. Αυτό το κάνει σε μένα, που βλέπετε τι μπράτσα έχω δημιουργήσει;»
«Και αυτό είναι λόγος για να εφοδιαστείς φαλτσέτα;»
«Σηκώθηκε επάνω ο καθηγητής και με προκάλεσε να αναμετρηθούμε σε πάλη. Αυτό το είπε σε εμένα που απέφευγα πάντα το μάθημα του. Δεν πήγαινα καθόλου. Το θεωρούσα περιττό ……….. ‘

«Εσείς τι έχετε να πείτε;»
«Τον προσέβαλε ο καθηγητής Γυμναστικής» παίρνει τον λόγο ένας μαθητής από τους δύο. «Πράγματι είναι κυνικός στις φράσεις του ο καθηγητής. Το περιστατικό συνέβηκε όταν θέλησε να διαμορφώσει βαθμολογία στον κατάλογο, για όλο τον χρόνο. Έπρεπε να παραδώσει βαθμολογία στην Διεύθυνση της Σχολής.. Μας έβαλε στη γραμμή και φώναζε έναν, έναν μαθητή, προκειμένου να τον βαθμολογήσει.
«Σκεφθείτε ότι στον προηγούμενο από τον Παναγιώτη έκανε την εξής παρατήρηση; είσαι μαθητής μου εσύ; δεν σε θυμάμαι. Τέτοια πράγματα κύριε αστυνόμε»

«Αυτός δεν είναι λόγος, εσείς μαθητές, να συμπεριφέρεστε ακραία. Η συμπεριφορά του Παναγιώτη είναι ακραία και θα τιμωρηθεί. Δεν μπορεί να καραδοκεί τον καθηγητή του για δύο ημέρες στη γωνιά του Σχολείου, για να τον «κόψει» με μια φαλτσέτα. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να φυγαδεύεται κρυφά από τη δουλειά του, από την πίσω πόρτα, γιατί απειλείται η ζωή του και μάλιστα να είναι καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης.
«Θα τιμωρηθεί ο Παναγιώτης. Αυτό είναι γεγονός. Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι πως θα τιμωρηθεί; Σίγουρα θα φύγει από αυτό το Σχολείο. Από αύριο κιόλας. Σίγουρα θα μειωθεί η διαγωγή του στο Απολυτήριο της Σχολής. Το θέμα είναι αν πρέπει να τιμωρηθεί και ποινικά. Να του λερώσουμε το ποινικό του μητρώο. Θα του χαλάσουμε τη ζωή του και αυτό πρέπει να ……… σκεφθούμε.
«Το κακό αν έλθει και σε συναντήσει στο δρόμο σου, σε παρασύρει, αλλά τις περισσότερες φορές σε προσπερνά»
Ύστερα από μικρή σιωπή του Αστυνόμου. Φαινόταν ότι σκεπτόταν τις επόμενες λέξεις του.

«Θέλω να πιστεύω ότι θα προσπεράσει και τον Παναγιώτη» και απευθυνόμενος στον δράστη «Να μην ξαναπάς στο καφενείο του πατέρα σου. Άσε τον αυτόν να τα βγάλει πέρα με τον μικρόκοσμό του. Θα μιλήσω στον Διευθυντή της Σχολής να μην σου κάνουν μήνυση.
«Αυτό για να με θυμάσαι όταν θα μεγαλώσεις και θα γίνεις χρήσιμο μέλος της κοινωνίας.
«Έτσι παιδιά. Η φαλτσέτα θα πρέπει να παραμείνει χωρίς αίμα από εδώ και πέρα ……….»


ΤΕΛΟΣ

Σημ: Οποιαδήποτε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι εντελώς συμπτωματική


Δείτε πίνακα διηγημάτων στην Ανάρτηση της 6/5/2014

l

Ο Γρηγόρης ο Γόης (Αστυνομικό Διήγημα) 6 Μαΐου 2014


Πίνακας Νο 4 Διηγήματα με περιβάλλον αστυνομικό, μυστηρίου,  αγωνίας (ιστορίες χωρίς φόνους), (ανάρτηση 6 Μαΐου 2014)
Αναρτήσεις
Οι Νεαροί Επιβήτορες Η εποχή του νόμου 4.000
3 Μαΐου 2014
6 Μαΐου 2014
Φαλτσέτα χωρίς αίμα .Ακόμα και τα μαθητικά παιχνίδια είναι επικίνδυνα
7 Μαΐου 2014
Το πρώτο μου Σκασιαρχείο
8 Μαΐου 2014
Παράθυρο φονιάς
9 Μαΐου 2014
Κληρονομητήριο
10 Μαΐου 2014
Χρηματαποστολή
12 Μαΐου 2014
Επιδρομή στο Νεκροταφείο
13 Μαΐου 2014
Ο Μπαμπίτης ο Μάγκας
14 Μαΐου 2014
Το παρκάρισμα
15 Μαΐου 2014




Ο Γρηγόρης ο Γόης (Αστυνομικό Διήγημα) 6 Μαΐου 2014


Άλλες ιστορίες καθημερινότητας
του Αστυνόμου Πέτρου Πέτρου
του γνωστού απλησίαστου 2Π

1.    Παράθυρο Φονιάς
2.    Φαλτσέτα χωρίς Αίμα
3.    Αεροπορική Χρηματαποστολή
4.    Ο Γρηγόρης ο Γόης
5.    Το Πρώτο μου Σκασιαρχείο


  




Στο καφενείο της γειτονιάς κοντά στην Εκκλησία της Υπαπαντής του Κυρίου του Δήμου Πειραιά, μαζευόντουσαν όλοι οι νεαροί της εποχής, στο τέλος της δεκαετίας του εξήντα. Το καφενείο συγκέντρωνε το πρωί τους άνεργους και αργόσχολους νέους, μαζί με λίγους φοιτητές της περιοχής. Το απόγευμα συγκέντρωνε όλους τους εργαζόμενους, για να ανταλλάξουν πολιτικές ή κοινωνικές απόψεις και να παίξουν μια παρτίδα πρέφα, για τους ποιο ζωηρούς μια παρτίδα τάβλι. Το καφενείο εκείνη την εποχή ήταν τόπος συγκέντρωσης και βήμα όλου του αρσενικού πληθυσμού, από την εφηβική ηλικία και επάνω. Εκεί σχηματιζόντουσαν οι ομάδες για τις πολιτικές πορείες, εκεί οι νεαροί της εποχής έκαναν δειλά τα πρώτα πειράματα της ερωτικής τους εξόρμησης, εκεί γινόντουσαν γνωστές οι αθλητικές και ποδοσφαιρικές επιδόσεις των πελατών του. Το καφενείο μαζί με το άλλο στέκι της παρέας, την ταβέρνα, ήταν οι δύο πόλοι έλξεως των επίδοξων νεαρών που σιγά, σιγά γινόντουσαν άνδρες.

Το καφενείο ήταν πάντα πόλος έλξεως όλων των μικροπωλητών, όχι μόνο της περιοχής, αλλά και του ευρύτερου Πειραιά. Παρηλάσανε από τις πάντα ανοικτές πόρτες του, ακόμα και το χειμώνα, οι κουλουρτζήδες, οι υφασματάδες, οι λαχειοπώλες, οι φιστικάδες και στραγαλάδες και οι παγωτατζήδες. Μικροί επαγγελματίες που μπορούσαν να προσφέρουν μικρές απολαύσεις στους θαμώνες του καφενείου.

Μια μέρα εμφανίστηκε στις πόρτες του καφενείου ο Γρηγόρης, ένα νέο παλικάρι, με καλή στο μάτι κορμοστασιά που πουλούσε τσίχλες. Τα ρούχα του Γρηγόρη ήταν καθαρά αλλά φθαρμένα, έντονα φθαρμένα, παπούτσια με σκισμένο το πάνω δέρμα τους, παντελόνι καθαρό αλλά όχι ιδιαίτερα σιδερωμένο, πουκάμισο ανεκτικό στο μάτι, όταν ήταν καλοκαίρι και σακκάκι στην ίδια κατάσταση με το παντελόνι το χειμώνα. Βέβαια δεν αποτελούσαν κοστούμι. Το κοστούμι, το φορούσε ένα μικρός αριθμός του ανδρικού πληθυσμού με καλή οικονομική κατάσταση. Την ενδυμασία του Γρηγόρη την συμπλήρωνε η τραγιάσκα.

Ο Γρηγόρης πουλούσε τσίχλες κουφέτο, σε συσκευασία πακετάκι, που άρχισε να τις χρησιμοποιεί και ο αρσενικός πληθυσμός. Εκείνη την εποχή υπήρχαν οι τσίχλες που έκαναν και φούσκες αλλά ήταν προνόμιο περισσότερο των κοριτσιών. Η τιμή της τσίχλας ήταν προσιτή στον πολύ κόσμο. Τότε ξεκίναγε και η επιθυμία των νέων ανθρώπων να προσέχουν με προληπτικά μέτρα τα δόντια τους. Η τσίχλα κουφέτο ήταν ένα από αυτά.

"Τσίχλες ο Γρηγόρης ο γόης" διαλαλούσε ο μικροπωλητής.
"Τσίχλες, ο Γρηγόρης ο γόης" ξανά διαλαλούσε ο μικροπωλητής. Η αλήθεια είναι ότι οι τσίχλες ήταν αμερικανικές. Από τον Νέο Κόσμο μας ήλθε αυτή η καταναλωτική συνήθεια, δήθεν για να προστατεύει και δυναμώνει τα δόντια.

"Γρηγόρη δώσε μου ένα πακέτο"
"Ορίστε.............."
"Πόσο κάνει;"
"Μια δραχμή"
Ο Γρηγόρης ήταν ευγενικός και καλόκαρδος. Γύρναγε όλο τον Πειραιά και τις συνοικίες του, μέχρι τις πιο μακρινές. Πέρναγε καφενεία, ταβέρνες, μαγαζιά της γειτονιάς, νοικοκυρές που ήθελαν να αγοράσουν τις τσίχλες του και πούλαγε. Ήταν ένα καλόκαρδο μεγάλο παιδί, παρά τα τριάντα πέντε τόσα χρόνια του. Ήξερε μόνο να πουλάει τσίχλες και τίποτα άλλο. Δεν κοίταζε τις κοπελιές, δεν κοίταζε τα μπιλιάρδα και τα ποδοσφαιράκια, μόνο τη δουλειά του, να πουλάει τσίχλες.

Όλοι του καφενείου τον θεωρούσαν λιγάκι κουτούτσικο, λιγάκι ελαφρό στο μυαλό, χωρίς πονηράδες και ύπουλες συμπεριφορές. Αυτή ήταν και μια αιτία που του αγόραζαν τις τσίχλες του, τον λυπόντουσαν αλλά και τον πείραζαν.
"Γιώργο ήλθε ο Γρηγόρης, ο γόης" φωνάζει ο Αλέκος.
"Ποιος Γρηγόρης. Αυτός που είναι γρήγορος στα πόδια;"
"Με τις τσίχλες. Παμε να τον πειράξουμε" και έβγαιναν όλοι έξω στο πεζοδρόμιο του καφενείου για υποδοχή.

"Τσίχλες, ο Γρηγόρης ο γόης" ακούστηκε δυνατή και καθάρια η φωνή του.
"Γρηγόρη είναι φρέσκιες οι τσίχλες;"
"Φρεσκότατες από τη Αμερική " απαντά ο Γρηγόρης
"Είναι σήμερα φθηνότερες;"
"Έχουν τη ίδια τιμή"
"Μου δίνεις δύο"
"Ορίστε" και του προσφέρει δύο πακετάκια.
"Θέλω δύο κουφέτα"
"Δεν μπορώ!! θα χαλάσουν οι υπόλοιπες"
"Έλα μην τον πειράζεις» επεμβαίνει ο Αλέκος.
"Τσίχλες ο Γρηγόρης, ο γόης" πάλι η δυνατή και καθαρή φωνή του.
"Γιατί σε λένε Γρηγόρη" ρωτάει ένας τρίτος νεαρός.
"Γιατί είμαι γρήγορος στα πόδια" απαντά και βγαίνουν τα χαμόγελα της παρέας.
"Το παντελόνι σου δεν έχει τσάκιση " πετάει ένα άλλος νεαρός.
"Κόπηκε το ρεύμα εχθές και δεν το σιδέρωσε η μάνα μου"
Ακόμα περισσότερα γέλια στην παρέα. Όμως οι δραχμές από τις πωλήσεις αλλάζουν συνέχεια χέρια.
"Τι θα τα κάνεις τα λεφτά που κερδίζεις Γρηγόρη;"
"Θα τα δώσε της μάνας μου"
Η εύθυμη και πειρακτική κουβεντούλα κάποτε τελείωσε. Ο Γρηγόρης μάζεψε τις δραχμές του και συνέχισε την πορεία του.
"Τσίχλες, ο Γρηγόρης ο γόης!!!"

***


«Αλέκο! κοίταξε ποιος μας ήλθε;» λεει ο Γιώργος σηκώνοντας τα μάτια του από το τάβλι.
«Τσίχλες ο Γρηγόρης, ο γόης» και χαμογελούν στο καφενείο με κατανόηση.
Ο Γρηγόρης εμφανίστηκε έξω στο πεζοδρόμιο του Καφενείου. Δεν έμπαινε συνήθως σε κλειστούς χώρους. Τους απέφευγε. Κρατούσε μια απόσταση απέναντι στους ανθρώπους, ίσως για διαφυγή. Ήθελε να τον περιτριγυρίζουν άνθρωποι, ένοιωθε ότι ήταν κάποιος, ήθελε όμως και διεξόδους διαφυγής. Η εμφάνιση του Γρηγόρη ήταν εντελώς προς το καλύτερο. Φόραγε καινούργιο κουστούμι παρακαλώ, καλά σιδερωμένο, φόραγε γυαλισμένα καινούργια παπούτσια και συμπλήρωνε την αμφίεσή του με μια καινούργια τραγιάσκα, σε χρώμα ταιριαστό με το κουστούμι.

Τα παιδιά του καφενείου έμειναν έκπληκτα σε μια τέτοια εμφάνιση. Είδαν τις αλλαγές στον Γρηγόρη και άρχισαν τα πειράγματα.
«Γρηγόρη είσαι καινούργιος σήμερα»
«Καινούργιο, σκαρπίνι παπουτσάκι Γρηγόρη. Έχουν κέρδη οι τσίχλες από την Αμερική, βλέπω. Τσίχλες κουφέτα. Έτσι;;;»
«Η τραγιάσκα, σου παει Γρηγόρη, σε κάνει γόη»
«Ο Γρηγόρης ο γόης» φωνάζει ξαφνικά ο μικροπωλητής.
«Ωραίο χρώμα η γραβάτα. Και αυτή από τις εισπράξεις της τσίχλας;»
Ο Γρηγόρης δεν μίλησε στα πρώτα πειράγματα, αρκέστηκε να διαλαλήσει το εμπόρευμα του.
«Τσίχλες ο Γρήγόρης, ο γόης»
«Τσίχλες ο Γρηγόρης, ο γόης»

Η παρέα του καφενείου όμως δεν τον άφηνε σε ησυχία.
«Ρε Γρηγόρη ποιος σε περιποιείται έτσι;»
«Η μάνα μου. Καλά να είναι!!!»
«Σε σιδερώνει, σε πλένει, σε φροντίζει, ποιος!!!»
«Η μάνα μου»
«Μήπως Γρηγόρη υπάρχει κανένα θηλυκό;»
«Όχι θηλυκό παιδιά. Μακρυά από θηλυκό. Έτσι λεει η μάνα μου»
«Τσίχλες ο Γρηγόρης ο γόης» φωνάζει πάλι με την καθαρή και δυνατή φωνή του ο μικροπωλητής.
«Τι γόης είσαι ρε Γρηγόρης χωρίς κοπέλα;»
«Όχι θηλυκά παιδιά»
«Και τι άλλο λεει για τα θηλυκά η μάνα σου Γρηγόρη;»
«Φέρνουν καταστροφή λεει η μάνα μου»
«Δεν θα παντρευτείς Γρηγόρη;»
«Θα παντρευτώ, όταν μου βρει μια καλή κοπέλα η μάνα μου»

Ο Γρηγόρης εδώ και αρκετό χρόνο απέκτησε οικονομική ευχέρεια. Κράτησε αυτός και η μάνα του τα περισσευούμενα χρήματα και εμφανίζονται στον κόσμο καλοβαλμένοι. Το σχόλιο της παρέας των νέων του καφενείου είναι ενδεικτικό:
«Τραγιάσκα καινούργια, ο Γρηγόρης;»
«Πατούμενο καινούργιο, ο Γρηγόρης»
«Κουστουμάκι καινούργιο, ο Γρηγόρης;» ένας μάλιστα νέος τον έπιασε φιλικά από τους ώμους. Ο Γρηγόρης κατανόησε ότι έπρεπε να ξεγλιστρήσει από τον κλοιό των νεαρών. Έκανε μια γρήγορη στροφή και έφυγε τρέχοντας να στρίψει το στενό.
«Τσίχλες ο Γρηγόρης ο γόης» ακούστηκε η φωνή του.

Σε χαμηλές συζητήσεις της παρέας, θαύμαζαν τη συνεχή και σκληρή δουλειά του Γρηγόρη, του γόη, να γυρνά τις γειτονιές του Πειραιά, θαύμαζαν την εγκράτεια του να κάνει οικονομίες στα έξοδα του, θαύμαζαν την πρόθεση του να έχει μια καλή εμφάνιση στη δουλειά του. Αυτός ο θαυμασμός έφερνε τις άλλες θύμισες στο μυαλό τους:

«Και να σκεφθείς ότι είναι καθυστερημένος στο μυαλό»

***

Ο Αστυνόμος Πέτρος Πέτρου βρίσκεται στο γραφείο του στην Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιά, επί της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου. Κοιτάζει τον φαρδύ δρόμο κάτω από το γραφείο του. Βλέπει το απέναντι κτίριο των Εκτελωνιστών φωτισμένο και με μεγάλη κινητικότητα και το μυαλό του πάει στον πρώτο του ξάδελφο, τον Παναγιώτη. Καλή η επιλογή του να ακολουθήσει το επάγγελμα του εκτελωνιστή. Οι δουλειές του πανε καλά και ζει αυτός και η οικογένεια του, με σχετική οικονομική άνεση. Καλύτερη άνεση από τον αστυνόμο. Αυτός είναι δημόσιος υπάλληλος. Μπροστά του πάντα είναι η αξιοπρέπεια της Υπηρεσίας και του Κράτους, ακολουθούν οι απολαβές, ο μισθός του.

Πολλές φορές κουβεντιάζουν για το μέλλον με τον ξάδελφο. Κουβεντιάζουν τη ζωή τους. Πως θα είναι μετά από είκοσι χρόνια. Ο Πέτρου θα έχει να λαμβάνει μια οικονομική ενίσχυση στην αποχώρηση από την Υπηρεσία, το εφάπαξ. Η σύνταξή του θα είναι αρκετή για το υπόλοιπο της ζωής του. Θα ενισχύσει την οικογένεια με το εφάπαξ που θα πάρει, έτσι, να βλέπει τη χαρά στα πρόσωπα των μελών της οικογένειας. Ο εξάδελφος του έχει τον σκόπελο της ενιαίας εσωτερικής αγοράς μπροστά του. Δεν γνωρίζει τις συνέπειες αυτής της νέας πρωτοπόρου ευρωπαϊκής ρύθμισης, στη δουλειά του. Η απαισιόδοξη άποψη λεει ότι θα χαθεί το μεγαλύτερο μέρος δουλειάς. Θα πεινάσουν. Η αισιόδοξη μιλάει για μεταστροφή σε συγγενή επαγγέλματα. Έχει αισιοδοξία για την καλύτερη ποιότητα ζωής που θα διαμορφώσουν τα πακέτα σύγκλισης της Κοινότητας, για το βάπτισμα μας σε Ευρωπαίους Πολίτες.

Αυτά σκέπτεται, όταν μπαίνει μέσα ο βοηθός του.
«Τι συμβαίνει Δημήτρη;»
«Κύριε Πέτρου, θέλετε να κατεβείτε στο υπόγειο;»
«Να δω κάτι ενδιαφέρον Δημήτρη; κάτι σπουδαίο;»
«Να δείτε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, μέχρι που μπορεί να κατρακυλήσει»
«Έρχομαι. Δεν έχω και κάτι επείγον τώρα. Ύστερα πάντα με εντυπωσιάζεις με την δηκτικότητα σου»

Ο πολύτιμος βοηθός του και ο Αστυνόμος Πέτρου παίρνουν τη σκάλα για να κατέβουν στο υπόγειο. Πάντα ο Πέτρου κάνει την εικονική του γυμναστική στο κατέβασμα της σκάλας. Νοιώθει αίσθημα ευφορίας στο επαναλαμβανόμενο τράνταγμα του ποδιού και του κορμιού του, όταν έλθει σε επαφή με το σκαλοπάτι.

Το υπόγειο χρησιμοποιείτε για τις προσωρινές συλλήψεις, συνήθως την νύκτα. Μεθυσμένοι, ταραχοποιοί, αλήτες, περιθωριακά στοιχεία, όλες αυτές οι ανθρώπινες υπάρξεις συγκεντρώνονται από όλες τις συνοικίες του Πειραιά. Το πρωί γίνεται η ανάλογη μετακίνηση τους. Πότε τους αποστέλλουν στον εισαγγελέα. Πότε τους αφήνουν ελεύθερους. Πότε γίνονται μηνύσεις.

«Κύριες Διοικητά, κοίταξε αυτόν. Είναι ο Γρηγόρης, ο Γόης»
«Γόης, τρομάρα του!!!»
«Μην το λετε κε Διοικητά»
Ένας άνδρας απροσδιόριστου ηλικίας ήταν ξαπλωμένος στο παγκάκι του υπογείου. Έμοιαζε να μη καταλαβαίνει τίποτα. Το βλέμμα του ήταν απλανές. Φορούσε κουρέλια. Ήταν βρώμικος και αξύριστος. Η κατάστασή του φαινόταν ότι ήταν μόνιμη, δεν ήταν κάτι προσωρινό.

«Τον μάζεψαν τα παιδιά το βράδυ, από ένα παγκάκι στο περιβολάκι της Νίκαιας. Έκανε κρύο πολύ, τον λυπήθηκαν και τον έφεραν εδώ. Θλιβερή η διαδρομή του στη ζωή»
«Πόσο θλιβερή;»
«Ζούσε με τη μάνα του σε ένα σπιτάκι στον Κορυδαλλό. Έβγαινε στις γειτονιές και πούλαγε τσίχλες αμερικάνικες. Αυτές που είναι κουφέτα. Οι δουλειές του πήγαιναν καλά. Η μάνα του τον διατηρούσε καθαρό, αξιοπρεπή, με μια λέξη κύριο. Τα λεπτά που έβαζαν στην άκρη γινόντουσαν περισσότερα. Καινούργια ρούχα, καινούργια παπούτσια, καλό φαγητό από τη μάνα του και η ζωή είναι ωραία.

«Όμως ο δαίμονας πάντα έχει το όπλο του και κτυπά. Κτύπησε και τον Γρηγόρη. Ο Γρηγόρης ο γόης, έτσι τον ήξεραν όλοι, ήταν λιγάκι ελαφρός στο μυαλό. Απέφευγε τις γυναίκες, έτσι του είχε πει η μάνα του για να τον προστατεύσει. Δεν τις πλησίαζε, δεν τις απηύθυνε τον λόγο. Ήταν έξω από το στοιχείο του. Βρέθηκε όμως η κατάλληλη. Έμαθε για τα χρήματα που είχε ο Γρηγόρης και πέρασε στην επίθεσή της, καταστρώνοντας σχέδιο. Ήθελε να τους βάλει <χέρι>. Άρχισε να τον καλόβλεπε, του καλομιλούσε, του χαϊδολογιόταν δίπλα του, τον προσκαλούσε στο σπίτι της.

«¨Έλα Γρηγόρη στο σπίτι. Είναι και η μάνα μου εκεί. Θα πιούμε καφέ. Έχω και γλυκό νεραντζάκι».
«Δεν του μίλαγε για το άλλο γλυκό, το απαγορευμένο, το μεγάλο της όπλο»

«Να ρωτήσω τη μάνα μου» απαντούσε ο Γρηγόρης.
«Δεν πειράζει Γρηγόρη. Της το λες μετά. Άλλωστε η μάνα σου και η μάνα μου είναι φιλενάδες»
Ο Γρηγόρης πείστηκε και κρυφά από τη μάνα του έμπαινε στο σπίτι της Σουλτάνας, να πιει καφέ, να φαει το νεραντζάκι του.
«Η πρώτη κατάκτηση έγινε από την Σουλτάνα. Τον έμπασε στο σπίτι της. Τώρα πρέπει να τον βάλει στο κρεβάτι της. Μικρή είναι η απόσταση. Και τον έβαλε.
Χαρές ευτυχίες ο Γρηγόρης. Πρωτόγνωρα συναισθήματα. Η αγάπη για τη μάνα του πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο πιο συχνά ο Γρηγόρης πήγαινε στο σπίτι της Σουλτάνα.

Η επόμενη κίνηση της Σουλτάνας ήταν να φαει τα λεπτά του Γρηγόρη. Σιγά μήπως παντρευόταν τον ηλίθιο, τον βλάκα. Αυτή είχε μεγάλα σχέδια για τον εαυτό της. Ο τσακωμός του Γρηγόρη με τη μάνα του δεν άργησε. Της ζήταγε χρήματα από τα έτοιμα. Όλο ζήταγε χρήματα από τα έτοιμα. Η μάνα του έβλεπε την συμφορά, την καταστροφή να πλησιάζει. Έκλαιγε και στεναχωριόταν με την εξέλιξη που πήρε ο δρόμος του γιου της
Ο Γρηγόρης με τη Σουλτάνα πήγαιναν στον Τζίμη τον Χονδρό στην Κοκκινιά, να ακούσουν Τσιτσάνη.
Πήγαιναν στις Τζιτζιφιές να γλεντήσουν.
Πήγαιναν να ψωνίσουν όμορφα φορέματα της Σουλτάνας.
Πήγαιναν εκδρομές στην Μαγκουφάνα..
Πήγαιναν για μπάνιο στου Ζούμπερι.

Σιγά, σιγά τα έτοιμα χρήματα άρχισαν να μειώνονται επικίνδυνα. Ο Γρηγόρης δεν ήταν τακτικός στις γειτονιές, για να πουλήσει τις τσίχλες του. Τα έσοδα του έφθασαν στο μηδέν. Τα έτοιμα χρήματα εξαντλήθηκαν. Ο Γρηγόρης άρχισε να πίνει. Η Σουλτάνα μόλις κατάλαβε ότι εξαντλήθηκαν τα χρήματα, τον πέταξε έξω από την πόρτα της. Από την στεναχώρια της η μάνα του πέθανε. Ο Γρηγόρης έβλεπε τη ζωή να φεύγει κάτω από τα πόδια του και έγινε μπεκρής, για να ξεχνάει.

«Κύριε Διοικητά αυτή είναι η ιστορία του»
«Δημήτρη εδώ η γυναίκα λειτούργησε σαν ανεμοστρόβιλος. Έπεσε στο διάβα του ο Γρηγόρης και τον σκότωσε. Ξέρω τι περιμένουμε ακόμα. Τον θάνατο του και τον ενταφιασμό του στο κοινοτάφιο της Ανάστασης»

Ο Αστυνόμος Πέτρου κοιτάζει με θλίψη το σχήμα ανθρώπου που βρίσκεται στον πάγκο και ψιθυρίζει: “ο Γρηγόρης είναι θύμα της κακίας μιας γυναίκας. Η Σουλτάνα με τη σειρά της, είναι θύμα της ανέχειας της σημερινής κοινωνίας μας»
«Είπατε κάτι κύριε Διοικητά;»
«Τίποτα, τίποτα μουρμουράω δικά μου …….»


ΤΕΛΟΣ



Σεπτέμβριος 2003

Λέξεις 2177

Σημ: Οποιαδήποτε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι εντελώς συμπτωματική

Δείτε πίνακα διηγημάτων στην Ανάρτηση της 3/5/2014